Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Προδοσία

Όσο κι αν θέλησα να κρατήσω μέσα μου κάποια πράγματα, αυστηρά, προσωπικά, με πιέζουν και θέλω να τα αποτυπώσω σε ένα πιο ευρύτερο πλαίσιο. Την Παρασκευή 4/9/2015 αποφάσισα να διαπράξω ένα έγκλημα κατά της ζωής. Το, εν λόγω, έγκλημα μπορεί να μην λογίζεται ποινικά ως διωκόμενο αλλά στο δικό μου μυαλό και την δική μου συνείδηση λογίζεται ως "βάρος" ή "σκιά" που θα με συνοδεύει για το υπόλοιπο της ζωής μου.
Τα τελευταία 16 χρόνια της ζωής μας, ως οικογένεια, είχαμε την τύχη να απολαμβάνουμε την παρέα ενός ιδιαίτερου συντρόφου. Ενός τετράποδου, έμπιστου, φίλου μας. Της Χαρούλας. Την Χαρούλα την περιμάζεψα όταν ήμουν 22 ετών από ένα υπόγειο, κάποιου, μαγαζιού με ανταλλακτικά. Εκείνον τον καιρό εργαζόμουν σε μια επιχείρηση πώλησης ανταλλακτικών και μια μέρα, των ημερών, σε ένα, παραδιπλανό, κατάστημα είδα μια μουσούδα να ξεπροβάλει διστακτικά κοιτώντας έξω. Ο συγκεκριμένος έμπορος ανταλλακτικών βρισκόταν δύο μαγαζιά, παραδίπλα, από το μαγαζί που εργαζόμουν τότε εγώ. Του την είχαν δώσει κάποιοι φίλοι του για να την έχει στο μαγαζί καθώς είχε γεννήσει το σκυλί τους. Διατηρούσα πολύ καλές σχέσεις με τον συγκεκριμένο επαγγελματία και την στιγμή που είδα τη μουσούδα της να ξεπροβάλει από την πόρτα της επιχείρησής του αποφάσισα να του την ζητήσω. Πλησίασα το μαγαζί και η Χαρούλα κατέβηκε φοβισμένη τα σκαλιά για να πάει στο υπόγειο όπου ήταν βρισκόταν η "καρδιά" του μαγαζιού. Καλησπέρισα και ρώτησα τον γείτονα αν ήθελε να κρατήσει το σκυλάκι. Φάνηκε πως το είχε πάρει για το μαγαζί, προφανώς, θέλοντας να διευκολύνει την απάλυνση των φορτίων της γέννας, της φίλης του. Δεν είχα αμφιβολία ότι ήταν καλόβουλος και θα την φρόντιζε, παρόλα αυτά θα ήταν ένα "μαγαζόσκυλο" που σημαίνει ότι δεν θα ήταν και στα "πούπουλα". Είχαν δουλειές και σκοτούρες οι άνθρωποι. Έλα όμως που εγώ αυτό το πιο "όμορφο" ασχημόχτιστο σκυλί το ερωτεύτηκα από την πρώτη ματιά. Χωρίς να το πολυσκεφτεί δέχτηκε να μου το δώσει και έβγαλε το βιβλιάριο υγείας της από το συρτάρι και μου το έδωσε. Τότε ήμουν 22 ή 23 ετών. Του διευκρίνισα ότι αν οι γονείς μου δεν το δεχτούν θα του το επιστρέψω και εκείνος δέχτηκε. Έβαλα το βιβλιάριο στην τσέπη και πήγα στο μαγαζί που δούλευα και πήρα ένα χαρτόκουτο για να την βάλω μέσα καθώς ήτανε μικρούλα (τεσσάρων μηνών) και φοβισμένη. Την έβαλα στο χαρτοκιβώτιο και την άφησα προσωρινά πίσω από το γραφείο της Μαρίζας η οποία άρχισε τα "κουπεπέ" και τα "Νταχτιρντί" με χαϊδολογήματα στο φοβισμένο σκυλάκι. Μόλις σχόλασα άρπαξα την κούτα και έβαλα το σκυλάκι στο βαλιτσάκι της μοτοσυκλέτας (παπάκι)! Φρόντισα να παίρνει επαρκώς αέρα και οδήγησα πολύ προσεκτικά μέχρι το σπίτι το οποίο απείχε μόλις πέντε λεπτά από τη δουλειά μου. Έφτασα στο σπίτι γεμάτος ενθουσιασμό ότι κρατούσα στα χέρια μου το πιο όμορφο σκυλί του κόσμου! Δεν πίστευα ότι υπήρχε άνθρωπος που θα μπορούσε να αντισταθεί σε τούτη την ομορφιά! Όταν μπήκα στο σπίτι περιχαρής και επέδειξα το σκυλί στα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας μου, αντιλήφθηκα από τους μορφασμούς ότι ίσως και να μην τους αρέσει η ιδέα του σκυλιού στο σπίτι... Υποσχέθηκα στη μάνα μου ότι αν δεν μάθαινε να χέζει εκτός σπιτιού θα την επέστρεφα στο μαγαζί που την πήρα. Το πρώτο βράδυ που αρχίσαμε να περνάμε μαζί της η Χαρούλα έχεσε στο σοβατεπί της εισόδου και σύντομα άρχισα να δέχομαι ερωτήσεις που μου άφηναν υπόνοιες ότι ίσως και να μην είναι το πιο όμορφο σκυλί του κόσμου. Και πάλι όμως δεν αντιλαμβανόμουν γιατί με ρωτάν "Εσύ αυτό το βλέπεις όμορφο;". Την επόμενη μέρα πήρα το σκυλί και το πήγα στον κτηνίατρο για να βάλουμε μια τάξη στην σειρά εμβολιασμών. Το σκυλάκι είχε διάφορα προβλήματα υγείας που τα διευθετήσαμε και τα βάλαμε σε σειρά θεραπείας. Γυρίζοντας σπίτι οι δικοί μου με ρώτησαν αν έχει όνομα ή αν πρέπει να το ονομάσουμε εμείς. Το βιβλιάριο έγραφε "Χαρά" και μόλις τους το είπα κανένας δεν διαφώνησε ότι είναι ένα, ναι μεν αστείο για σκυλί, όνομα αλλά πολύ καλό ως επιλογή κι έτσι το κρατήσαμε. Η Χαρούλα μέσα σε τρείς ημέρες με την κατάλληλη καθοδήγηση έμαθε να κάνει τις ανάγκες της στο μπαλκόνι και να ζητά να βγει έξω. Πολύ σύντομα είχε γίνει ένα δραστήριο και ενεργητικό σκυλί που έδειχνε τα συναισθήματά του. Σε μερικούς μήνες είχε εξελιχθεί σε ένα πλήρως αφομοιωμένο μέλος της οικογενείας μας που απολάμβανε αγάπη, φροντίδα και στοργή από όλους. Αγαπήθηκε από φίλους, γείτονες, συναδέλφους και ξεκίνησε μια ζωή που κάθε σκυλί ονειρεύεται... Βόλτες, τρέξιμο, αγάπη, χάδια, σκανδαλιές, χαρές και τόσα άλλα που σαγήνευαν όλους τους ανθρώπους γύρω της. Αυτό που θαύμαζα περισσότερο από όλα είναι η καλοψυχία της. Όταν είχα διάθεση να την πειράξω και την νευρίαζα γύριζε να με δαγκώσει και έγλυφε το χέρι μου... Μπορούσες να της πάρεις το φαγητό μέσα από το στόμα χωρίς να σε αγριέψει καν... Δεν μάλωσε ποτέ με κανένα σκυλί καθώς μπορούσε να καθυποτάξει όλα τα άλλα σκυλιά με την αφοπλιστική καλοσύνη της. Μπορούσε να τρέχει ακατάπαυστα και να πηδάει από καναπέ σε καναπέ σαν σούστα.

Τα χρόνια περνούσαν και οι γονείς μου μετακόμισαν στο χωριό μόνιμα, παίρνοντας μαζί τους και την Χαρούλα. Ήταν το καλύτερό της. Σεργιάνιζε όλη μέρα και στο σπίτι έμπαινε μόνο όταν σουρούπωνε. Εκεί, στο σπίτι του χωριού έγινε μανούλα γεννώντας δύο όμορφα κουταβάκια, σε νεαρή ηλικία, τα οποία τα χαρίσαμε σε δύο οικογένειες. Ακόμη και σαν μανούλα ήταν άψογη. Φρόντιζε τα κουτάβια της με προσοχή και μας άφηνε να τα πασπατεύουμε υπό την διακριτική της επίβλεψη. Λίγο αργότερα την στειρώσαμε.
Τα χρόνια περνούσαν. Η Χαρούλα πήγε σε γάμους, βαφτίσια, κηδείες, σε διακοπές, στη θάλασσα και έζησε όλες τις χαρούμενες και τις λυπημένες στιγμές των ανθρώπων. Πάντα διακριτικά χωρίς να ενοχλεί και να υπερθεματίζει. Χαιρέτισε πολλούς τεράποδους φίλους της που παίζανε μαζί και έγινε οικογενειακή φίλη πολλών φίλων μας. Κι εκείνη συνέχιζε να κάνει τις βόλτες της στο χωριό και όποτε βρισκότανε στην πόλη περίμενε διακαώς την ώρα να πάει στο χωριό. Ακολουθούσε πιστά το ωράριό μας και ήξερε πότε βγαίνει, πότε επιστρέφει, πότε κοιμόμαστε, πότε ξυπνάμε και τί κάνουμε. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα απόγευμα που η γειτόνισσα στο χωριό φώναξε στη μάνα μου να πάει για καφέ και μόλις η μάνα μου δέχτηκε, η Χαρούλα πήγε και έκατσε στο μπαλκόνι της γειτόνισσας πριν ακόμα καθίσει στο τραπέζι του μπαλκονιού κάποια από τις δύο γειτόνισσες. Πάντα καταλάβαινε πότε την πήγαινα για μπάνιο ή στον κτηνίατρο και πάντα έτρεμε από φόβο. Καταλάβαινε τα πάντα κι ας μην μπορούσε να μιλήσει. Κάθε βράδυ στεκότανε μπροστά στη μάνα μου την κοιτούσε στα μάτια και της ζητούσε να φάει (τα μπόνους κάτω από το μεσημεριανό τραπέζι ποτέ δεν τα μετρούσε κι ας ήταν και Πάσχα). Και τα χρόνια περνούσαν και οι βόλτες και η καλοπέραση παρέμεναν. Κάπου στα εννιά ή δέκα της χρόνια ο γιατρός μας ενημέρωσε ότι η Χαρούλα έχει κάποιο μικροπρόβλημα με την βαλβίδα της καρδούλας της. Η Χαρούλα άρχισε να χάνει τις αντοχές της. Κάθε βράδυ ανελλιπώς δίναμε στη Χαρούλα το χάπι για την καρδιά της. Είχε πάμπολλες εμπειρίες και πολλή δραστηριότητα. Κάθε χρόνο η Χαρούλα έκανε όλο και πιο μικρές τις βόλτες της. Κάπου στα δώδεκά της χρόνια άρχισε να μην συμπαθεί πολλά-πολλά και προτιμούσε να παραμένει στο καλάθι της ή στο πάπλωμά της (αγαπημένα σημεία) το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας. Έβγαινε μόνο για τις ανάγκες της. Κάπου από τα δεκατέσσερα χρόνια της και μετά η δραστηριότητα ήταν αυστηρά περιορισμένη. Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας ήταν ξεκούραση.
Η κατάσταση άλλαξε δραματικά κάπου στα δεκαέξι της χρόνια. Η Χαρούλα πλέον δεν άκουγε σχεδόν καθόλου, δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου και δεν αναγνώριζε ούτε που, αλλά ούτε και με ποιούς ήταν. Τα πίσω πόδια της άρχισαν να την προδίδουν. Πολλές φορές έπεφτε χωρίς να μπορεί να σηκωθεί. Έκανε πλέον τις ανάγκες της όπου έβρισκε. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με την Χαρούλα να έχει μετατραπεί σε ένα σκυλί "Ζόμπι" που κουβαλούσε πόνους στα πίσω πόδια οι οποίοι πολλές φορές δεν την άφηναν να ησυχάσει. Τους τελευταίους τρείς μήνες κατέβαλα επίμονες προσπάθειες με διαλύματα προκειμένου να απαλύνω τις ενοχλήσεις στα αφτιά που την ταλαιπωρούσαν αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα καθώς τα πίσω πόδια της την είχαν εγκαταλείψει. Από τον περασμένο Ιούνιο άρχισα να διαπραγματεύομαι την ιδέα την ευθανασίας. Ήταν μια σκέψη τόσο φορτική που όμως έπρεπε να αρχίσω να την διαπραγματεύομαι. Έπρεπε να περάσω όλα τα απαραίτητα στάδια. Τρείς μήνες αργότερα η Χαρούλα ήταν ένα ζωντανό-νεκρό σκυλί. Δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του όταν δεν κοιμόταν και αγνοούσε που είναι, τί είναι και με ποιούς είναι.
 Ήταν Δευτέρα όταν πήρα απόφαση να της κάνω ευθανασία. Επισκέφθηκα τον κτηνίατρο και του ζήτησα ηρεμιστικά χάπια ώστε να μην υπάρχει πιθανότητα να αντιληφθεί ότι πάει στον κτηνίατρο μη τυχόν και φοβηθεί. Την επόμενη μέρα αγόρασα ένα ψητό κοτόπουλο και το πήγα για να το φάει. Την ταΐσαμε το αγαπημένο της φαγητό σαν αποχαιρετιστήριο πάρτι. Ο κτηνίατρος μου ζήτησε να τον καλέσω την Παρασκευή ώστε να πάρει το φάρμακο της ευθανασίας. Του τηλεφώνησα το πρωί της Παρασκευής και μου είπε ότι θα το παραγγείλει. Το απόγευμα κατά τις 16:00 ενώ ήμουν στη δουλειά τηλεφώνησα στον πατέρα μου και του είπα να της δώσει τα ηρεμιστικά. Σχόλασα και πήγα από το σπίτι των γονιών μου στην πόλη. Βρήκα την Χαρούλα να κοιμάται του καλού καιρού. Κάλεσα τον κτηνίατρο και μου επιβεβαίωσε ότι είχε παραλάβει το φάρμακο. Τύλιξα την Χαρούλα στην κουβέρτα της και υπό το λυπημένο βλέμμα των δικών μου την αγκάλιασα και πήγα στο αμάξι. Έφτασα στον κτηνίατρο που εκείνη την ώρα ήταν απασχολημένος και άφησα αρχικά τη Χαρούλα στο πάτωμα (τυλιγμένη στη κουβέρτα της) και ακολούθως στο χειρουργικό τραπέζι. Ο κτηνίατρος πέρασε και με ταχύτητα κάρφωσε μια σύριγγα στον γοφό της Χαρούλας αφήνοντας ηρεμιστικό για να κοιμηθεί βαθύτερα. Το μόνο που ήλπιζα πλέον ήταν να στραβώσει κάτι και να ακυρωθεί η διαδικασία χωρίς να αναιρέσω την δέσμευση (να πεθάνει άφοβα) που ανέλαβα σε μένα και σε εκείνη. Ο κόσμος μου κατέρρεε... Ήμουν λίγο πριν το τέλος και ο κτηνίατρος κωλυσιεργούσε (πιθανολογώ ότι περίμενε να κάνω πίσω). Ήρθε. Ξύρισε τον λαιμό της. Μου είπε αν θέλω να περάσω έξω. Αρνήθηκα. Γονάτισα. Το χέρι μου ακουμπούσε συνεχώς το στήθος της. Είχα ξαναδεί σκυλί σε ευθανασία. Δεν ήθελα να το ξαναδώ. Γονατιστός και με το χέρι μου στο σώμα της έβλεπα ένα μέρος της. Δεν έπρεπε να λείπω σε ένα έγκλημα που είμαι ηθικός αυτουργός. Είχα ηθική υποχρέωση να είμαι μαζί της. Ο κτηνίατρος απελευθέρωσε το υγρό της ευθανασίας μέσα της. Είδα κάποιους σπασμούς στην ουρά της. Περίπου δέκα δευτερόλεπτα διήρκησε η διαδικασία και το σκυλάκι μας ήταν νεκρό. Την τύλιξα στη κουβέρτα της και την πήρα στη αγκαλιά μου. Άψυχη πλέον. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που ένιωσα ότι θα λιποθυμήσω. Κατάφερα να την βάλω στο αυτοκίνητο και να κατευθυνθώ για το σπίτι. Το άψυχο και ζεστό σώμα της Χαρούλας ξημέρωσε στο μπαλκόνι μου. Την επόμενη μέρα πήγα στο χωριό και την έθαψα στην αυλή του σπιτιού που τόσο αγάπησε και τόσα πολλά πέρασε με χαρά. Μαζί με το παπλωματάκι της. Θα είναι η γλυκιά ανάμνηση που θα με συντροφεύει για πάντα μαζί με την ενοχή της ηθικής αυτουργίας στον θάνατό της.
Γιατί ότι ότι και να λέμε, όσα λόγια παρηγοριάς κι αν άκουσα, ναι μεν τήρησα την δεύσμεση σε μένα και εκείνη, ότι θα φύγει χωρίς φόβο θανάτου ή αφανισμού αλλά εγώ παραμένω για πάντα εκείνος στον οποίο είχε εμπιστοσύνη και την πρόδοσα πληρώνοντας για να θανατωθεί.
Ο "κόμπος" της ενοχής με πνίγει γιατί ξέρω ότι ακόμη και τώρα αν μπορούσε να μου μιλήσει για αυτό που της έκανα θα μου έλεγε με αφοπλιστική καλοσύνη "Σε συγχωρώ". Όμως εγώ δεν έχω το μεγαλείο της ψυχής της για να πω το ίδιο για μένα.

Χαρούλα
11/11/1999 - 4/9/2015

Δεν υπάρχουν σχόλια: