Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Πεθαίνοντας για τα φάρμακα – Dying for drugs

Πεθαίνοντας για τα φάρμακα – Dying for drugs

Μετάφραση κειμένου του Jordi Martorell που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα http://www.marxist.com/aids-capitalism-kills150503.htm στις 15 Μαΐου 2003 σχετικά με το ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε από το British Channel 4 και παρουσίαζε τις φαύλες συμπεριφορές και τακτικές των φαρμακευτικών εταιριών.


Το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ προβλήθηκε από το κανάλι ΣΚΑΪ τον Ιανουάριο του 2010 περίπου στις 03:00 με 04:00 η ώρα και ποτέ δεν εμφανίστηκε στις λίστες προγραμμάτων της ιστοσελίδας του σταθμού. Επίσης το εν λόγω ντοκιμαντέρ δεν υπάρχει πουθενά στο ίντερνετ.




«ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ» - ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΥΓΕΙΑΣ: Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΣΚΟΤΩΝΕΙ!

Την Κυριακή 27 Απριλίου 2003 το British Channel 4 παρουσίασε ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Πεθαίνοντας για τα φάρμακα» το οποίο εμβάθυνε στις λεπτομέρειες σχετικά με «πόσο μακριά είναι έτοιμες να φτάσουν οι φαρμακευτικές βιομηχανίες για να εγκριθούν τα φάρμακά τους και να έχουν τις τιμές που εκείνες θέλουν». Το ντοκιμαντέρ είχε έντονη και συναισθηματική καταγγελτικότητα σχετικά με τις πολιτικές και πρακτικές των μεγάλων φαρμακευτικών εταιριών εκ των οποίων τουλάχιστον μία (Pfizer) αναγκάστηκε να δημοσιεύσει απάντηση στην ιστοσελίδα της.
Το ντοκιμαντέρ βασιζόμενο σε τέσσερεις διαφορετικές περιπτώσεις κατέληξε στην ισχυρή υπόθεση για το κυρίως συμπέρασμά της:
«Αν οι μεγάλες φαρμακευτικές δυνάμεις παραμείνουν ανεξέλεγκτες, σύντομα περισσότερος κόσμος θα πεθαίνει για τα φάρμακα»

ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΧΟΙΡΙΔΙΑ ΤΗΣ ΓΟΥΙΝΕΑΣ

Το πρώτο πράγμα που εξήγησε το ντοκιμαντέρ ήταν, πως οι μεγάλες πολυεθνικές φαρμακευτικές χρησιμοποιούν με αυξανόμενους ρυθμούς χώρες του Τρίτου Κόσμου ως σημεία μετάθεσης των φαρμακευτικών δοκιμών τους, μακριά από τον απόλυτο έλεγχο των ευρωπαϊκών και αμερικανικών κυβερνήσεων.

Το παράδειγμα ήταν αυτό του Annas,
ενός εξάχρονου αγοριού το οποίο είχε προσβληθεί από μηνιγγίτιδα στην πόλη Kano της βόρειας Νιγηρίας το 1996. Μια εστία μηνιγγίτιδας είχε προστεθεί σε άλλες δύο που μαίνονταν στην περιοχή εκείνο τον καιρό. Εκείνες οι επιδημίες ήταν σχεδόν απαρατήρητες εκτός Νιγηρίας, αλλά είχαν παρατηρηθεί από τα κεντρικά της γιγαντιαίας Pfizer η οποία σύντομα απέστειλε ένα αεροπλάνο με μια μία ομάδα προκειμένου να γίνουν δοκιμές ενός νέου φαρμάκου, δυνάμενου να αποφέρει εκατομμύρια δολαρίων. Το νέο φάρμακο, Trovafloxacin, γνωστό από την εμπορική του ονομασία Trovan, δεν είχε δοκιμαστεί σε παιδιά κατά το παρελθόν.

Η επιδημία μηνιγγίτιδας προσέβαλε περισσότερους από 150.000 ανθρώπους και περισσότεροι από 15.000 εξ αυτών πέθαναν έως ότου πέρασε η επιδημία. Στο νοσοκομείο λοιμωδών νόσων του Kano (Kano Infectious Diseases Hospital) ο διεθνής οργανισμό βοήθειας «Γιατροί χωρίς σύνορα» περιέθαλψε χιλιάδες αρρώστων με γνωστές και δοκιμασμένες μεθόδους.

Την ίδια στιγμή μια ομάδα της Pfizer ετοίμαζε την «Μελέτη Μηνιγγίτιδας τη Pfizer», μια φαρμακευτική δοκιμή του Trovan. Οι κανόνες σε τέτοιες δοκιμές είναι πολύ αυστηροί και έχουν θεσπιστεί από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου από την συνθήκη της Νυρεμβέργης. Ο πρώτος και σημαντικότερος κανόνας είναι ότι ο ασθενής (ή στην συγκεκριμένη περίπτωση οι γονείς του) πρέπει να δώσουν την συγκατάθεσή τους για την συμμετοχή τους στη δοκιμή εφόσον πρωτίστως έχουν ενημερωθεί καταλλήλως και αντιληφθεί τους κινδύνους.

Το ντοκιμαντέρ ισχυρίζεται ότι η Pfizer δεν πήρε από κανέναν γονιό γραπτή συγκατάθεση για τα παιδιά που συμμετείχαν στις δοκιμές. Η Pfizer απάντησε ότι πολλοί από τους γονιούς δεν μιλούσαν αγγλικά και πολλοί δεν είχαν την δυνατότητα να γράψουν ή να διαβάσουν. Ο πατέρας όμως του Annas εξήγησε ότι μιλούσε άπταιστα αγγλικά και μπορούσε να γράψει και να διαβάσει στα αγγλικά στα Hausa και στα αραβικά. Επιπλέον οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ ενημερώθηκαν από τουλάχιστον 100 ζευγάρια γονιών, από τα 200 που ενεπλάκησαν στις δοκιμές ότι ποτέ δεν έδωσαν την συγκατάθεσή τους γιατί απλά ποτέ δεν τους ζητήθηκε! Μια ομάδα γονιών μηνύουν την Pfizer για αυτή την υπόθεση.

Μια ακόμη μεγάλη προϋπόθεση της συνθήκης της Νυρεμβέργης είναι ότι η διεθνής ανεξάρτητη επιτροπή ηθικής πρέπει να παρέχει άδεια για φαρμακευτικές δοκιμές. Η Pfizer απέσπασε μια τέτοια εγκριτική επιστολή από την επιτροπή ηθικής του νοσοκομείου του Aminou Kano (Aminu Kano Teaching Hospital Ethics Commission). Αλλά όταν προκλήθηκε από τους δικηγόρους των οικογενειών σχετικά με το γεγονός ότι η επιστολή έφερε ημερομηνία 28 Μαρτίου 1996, όταν δηλαδή καμία επιτροπή δεν υφίστατο στο νοσοκομείο, η εταιρία παραδέχτηκε ότι η επιστολή είχε προ-χρονολογηθεί με βάση μια «προφορική συμφωνία».

Η Pfizer διέπραξε ξεκάθαρα σοβαρές παρατυπίες από βιασύνη να κάνει τις φαρμακευτικές δοκιμές ενός νέου φαρμάκου δυνάμενου να αποφέρει πολλά εκατομμύρια δολάρια. Επιπροσθέτως ο Annas, το μικρό αγόρι του ντοκιμαντέρ, υποφέρει πλέον από αρκετούς πόνους στα γόνατα που τον εμποδίζουν να παίξει μπάλα με τους φίλους του. Όπως εξήγησε ένας τοπικός ιατρός, οι αρθραλγίες ήταν γνωστές παρενέργειες του φαρμάκου Trovan πριν ακόμη γίνει η δοκιμή στο Kano. Δεν είναι δυνατό να καθοριστεί αν οι πόνοι στα γόνατα του Annas προκλήθηκαν άμεσα από το Trovan, αλλά αυτό που είναι σίγουρα σαφές είναι ότι οι γονείς του δεν έδωσαν ποτέ συγκατάθεση να συμμετέχει σε καμία φαρμακευτική δοκιμή της Pfizer, επειδή ποτέ δεν ρωτήθηκαν. Όταν το σοβαρά άρρωστο αγόρι παρελήφθη από έναν λευκό γιατρό, εκείνος σκέφτηκε ότι αυτό δεν ήταν διαφορετική περίπτωση από τους άλλους ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων. Κανείς δεν τους ενημέρωσε για το αντίθετο.

Άλλη μια υπόθεση που αναφέρθηκε στο ντοκιμαντέρ ήταν εκείνη ενός μικρού κοριτσιού, του «ασθενούς 69». Το κοριτσάκι ζύγιζε 19 κιλά όταν της χορηγήθηκε μια στοματική δόση του Troval. Τη δεύτερη μέρα, παρά το γεγονός ότι η κατάσταση της ήταν ξεκάθαρα επιδεινωμένη, οι γιατροί της Pfizer αποφάσισαν να της συνεχίσουν την αγωγή. Την τρίτη ημέρα το κορίτσι πέθανε. Όπως σημείωσε ένας τοπικός γιατρό του Kano, είναι δεδομένη διαδικασία να διαφοροποιείται η αγωγή ενός ασθενούς όταν εκείνος δεν ανταποκρίνεται. «Νομίζω ότι έπαιξαν με τη ζωή του μωρού», πρόσθεσε.

Μέχρι και σήμερα η Pfizer παραμένει ικανοποιημένη ότι η δοκιμή του Kano «ορθά επιδιώχθηκε». Αλλά το πιο καταδικαστέο στοιχείο που παρουσιάστηκε στο ντοκιμαντέρ ήταν ένα αντίγραφο μιας επιστολής γραμμένης από τον Juan Waltenspield, ειδικού παιδικών ασθενειών της Pfizer που απευθυνόταν προς τον πρόεδρο της εταιρίας. Σε αυτό το γράμμα, ο ιατρός Waltenspield παρουσίασε μια λίστα οκτώ σοβαρών αντιρρήσεων εναντίον της δοκιμής, συμπεριλαμβανομένου και του δεδομένου ότι το Trovan δεν είχε δοκιμαστεί ποτέ ξανά σε αυτόν τον τύπο μηνιγγίτιδας, το γεγονός ότι η στοματική χορήγηση του φαρμάκου δεν ενδεικνυόταν για ασθενείς που υπέφεραν από σοβαρό υποσιτισμό και επίσης ότι έλλειπε η γραπτή συγκατάθεση τους. Ο ιατρός Waltenspield απολύθηκε σύντομα μετά την αποστολή αυτής της επιστολής δυσκολευόμενος να βρει μια άλλη δουλειά. Το Trovan έκτοτε αποσύρθηκε από την αγορά λόγω των παρενεργειών του.

Το ντοκιμαντέρ επίσης εξήγησε πως η περίπτωση αυτή είναι κάτι παραπέρα από μια ασυνήθιστη υπόθεση, καθώς όλο και περισσότερες φαρμακευτικές εταιρίες μεταθέτουν τις φαρμακευτικές τους δοκιμές σε υπανάπτυκτες χώρες, επειδή είναι ευκολότερο να «αναστρέψουν τους κανόνες» απ’ ότι σε αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Το κύριο συμπέρασμα είναι ότι χρησιμοποιούν ανθρώπους όπως τα ανθρώπινα χοιρίδια της Γουινέας χωρίς να ζητούν την άδειά τους προκειμένου να εγκριθούν γρήγορα τα φάρμακά και να αποφέρουν χρήματα.



«ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΘΥΜΗΤΑ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ; ΧΤΥΠΑ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟ!»

Το ντοκιμαντέρ ακολούθως προχώρησε στην περίπτωση ότι οι πολυεθνικές φαρμακευτικές χρησιμοποιούν κάθε είδους πιέσεις για να πάρουν τις εγκρίσεις των νέων φαρμάκων. Το παράδειγμα που χρησιμοποιήθηκε ήταν εκείνο της ιατρού Nancy Olivieri, διευθύντριας του κέντρου έρευνας Θαλασσαιμίας στο νοσοκομείο παίδων του Τορόντο, ένα από τα μεγαλύτερα παιδιατρικά ινστιτούτα του κόσμου. Η δόκτωρ Olivieri αναζητούσε μια εναλλακτική μέθοδο για τους πάσχοντες από Θαλασσαιμία. Οι πάσχοντες της ασθένειας αυτής δεν παράγουν αρκετά αιμοσφαίρια και υποβάλλονται σε μετάγγιση αίματος ανά μερικές εβδομάδες. Μια παρενέργεια της αγωγής τους είναι ότι ο σίδηρος της χορηγούμενης αιμοσφαιρίνης μπορεί να καταστρέψει την καρδιά και το συκώτι τους αν χορηγείται ανεξέλεγκτα. Έτσι πρέπει να τους χορηγείται φάρμακο που απομακρύνει τον σίδηρο. Αυτό επιτυγχάνεται με μια ενδοφλέβια διαδικασία που διαρκεί δύο ώρες καθημερινά.

Έτσι όταν ένα νέο φάρμακο, το L1, ανακαλύφθηκε ως εναλλακτική μέθοδος ελέγχου των επιπέδων σιδήρου, η γιγαντιαία φαρμακευτική Apotex αποφάσισε να χρηματοδοτήσει τις δοκιμές του φαρμάκου θέτοντας ως επικεφαλής την δόκτωρ Olivieri. Αυτή είναι μια συνηθισμένη πρακτική. Μια ιδιωτική φαρμακευτική εταιρία χρηματοδοτεί δοκιμές φαρμάκων τα οποία επινοήθηκαν και αναπτύχθηκαν από δημόσια χρηματοδοτούμενα νοσοκομεία και ιδρύματα και μετά αποκτά όλα τα δικαιώματα του τελικού προϊόντος. (Επί τη ευκαιρία, το γεγονός αυτό καταρρίπτει τον μύθο που προπαγανδίζεται από τις πολυεθνικές εταιρίες ότι οι υψηλές τιμές φαρμάκων καθορίζονται έτσι ώστε να αποπληρώνονται τα έξοδα που δόθηκαν στην ανάπτυξή τους. Στην πραγματικότητα, σε πολλές περιπτώσεις, οι εταιρίες δεν σχετίζονται καθόλου με την έρευνα αλλά περιορίζονται σε αγορά ερευνών άλλων ατόμων που πραγματοποιούνται σε δημόσια χρηματοδοτούμενα ιδρύματα).

Η δοκιμή του L1 της δόκτωρ Olivieri ήταν αρχικά επιτυχημένη και εμφάνιζε ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Όμως αργότερα τα επίπεδα σιδήρου κάποιων εκ των ασθενών άρχισαν να αυξάνονται και η Oliviery ήθελε να τροποποιήσει την δοκιμή. Κάποια μέρα έφτασε σπίτι της και βρήκε ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή της από τον αντιπρόεδρο της Apotex Mike Spino. Ήταν ένα πραγματικά απειλητικό μήνυμα στο οποίο την ενημέρωναν ότι οι κλινικές δοκιμές του L1 αναστέλλονται, ότι εκείνη απομακρύνεται από τη θέση του επικεφαλής και ότι το L1 θα διατίθετο το δυνατόν συντομότερο στην αγορά. Επιπλέον της είπαν να μην μιλήσει σε κανέναν, ούτε ακόμη και στους ασθενείς της που ενεπλάκησαν στη δοκιμή, σχετικά με τα ευρήματά της, και ότι αν τα αποκάλυπτε θα κινούντο νομικά εναντίον της.

Βασικά, η Apotex δεν αρέστηκε στα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών και γι’ αυτό η δοκιμή ανεστάλη. Από την οπτική γωνία της Apotex, το σημαντικότερο ήταν να βγάλει το νέο φάρμακο (το οποίο δεν είχε καν ερευνήσει η ίδια) στην αγορά και να ξεκινήσουν να βγάζουν χρήματα. Γιατί να αφήσει κάποια δεδομένα να χαλάσουν μια καλή επιχειρηματική ευκαιρία;

Όταν η δόκτωρ Olivieri ανέδειξε τα ευρήματά της, υπέστη μια εκστρατεία απειλητικών επιστολών και τηλεφωνημάτων που την άφησαν «εξαιρετικά φοβισμένη και εξαιρετικά πτοημένη». Καθώς άρχισε να συνδέεται με άλλους γιατρούς στο νοσοκομείο υπέστησαν κι εκείνοι επίσης απειλές. Σε κάποια περίπτωση ένας ιατρός άρχισε να δέχεται ανώνυμα απειλητικά γράμματα. Τελικά, μέσω τεστ DNA, στοιχειοθετήθηκε ότι τα γράμματα είχαν συνταχθεί και σταλεί από έναν άλλον ιατρό του ίδιου νοσοκομείου ο οποίος απολάμβανε τις χρηματοδοτήσεις της Apotex για τις έρευνές του!

Οι πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρίες διαθέτουν πολλά χρήματα και μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν προκειμένου να ασκήσουν τεράστιες πιέσεις ώστε να φέρουν τα πράγματα στα μέτρα τους. Από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος σχετικά με τις δοκιμές του L1 η Apotex διαπραγματευόταν μια δωρεά πολλών εκατομμυρίων λιρών για την χρηματοδότηση ενός νέου κτηρίου για το Πανεπιστήμιο του Τορόντο στο οποίο το νοσοκομείο υπάγεται. Η δόκτωρ Olivieri στη συνέχεια απομακρύνθηκε από τη θέση του διευθυντή του ερευνητικού προγράμματος Θαλασσαιμίας!

Επειδή, σε αντίθεση με πολλούς άλλους ιατρούς, η δόκτωρ Olivieri διατήρησε τις ενστάσεις της για το νέο φάρμακο, η Apotex αποφάσισε να μετακινήσει της προσπάθειες της για έγκριση του φαρμάκου μακριά από το Τορόντο, στην Ευρώπη. Τελικά το 1999 το Ευρωπαϊκό συμβούλιο αδειοδότησε το L1. Η Olivieri και μια ομάδα ιατρών έκαναν έκκληση εναντίον αυτής της απόφασης. Όπως δήλωσε στο ντοκιμαντέρ, «εγώ μπορεί να είμαι είτε σωστή είτε λανθασμένη, δεν είναι αυτό το ζήτημα. Το βασικό σημείο είναι ότι δεν έχει αποσαφηνιστεί ακόμη αν το φάρμακο είναι ασφαλές ή όχι».

Στην προσπάθειά της η Apotex να αντιτεθεί στα ευρήματα της Oliviery δημιούργησε μια λίστα 3.000 «σφαλμάτων» τα οποία υποτίθεται ότι είχαν πραγματοποιηθεί κατά τις δοκιμές του φαρμάκου. Ανεξάρτητος ειδικός ερεύνησε τα δεδομένα και βρήκε τους ισχυρισμούς αυτούς εντελώς αβάσιμους. Ήδη όμως μήνες σκληρής δουλειάς της Olivieri είχαν χαθεί κατά την εκκαθάριση των δεδομένων της.

Αφού η δόκτωρ Olivieri δημοσίευσε την διαμάχη της με την Apotex έλαβε εκατοντάδες γράμματα από άλλους ιατρούς που είχαν απομακρυνθεί εκφοβιζόμενοι από φαρμακευτικές επειδή δεν άρεσαν τα ευρήματα των ερευνών τους. Κάποιοι βρέθηκαν να παρακολουθούνται από ιδιωτικούς ερευνητές, άλλοι βρέθηκαν να απομακρύνονται από την δουλειά τους ακόμη και από την χώρα τους, κ.τ.λ.

Ακόμα και συντάκτες περίφημων ιατρικών δημοσιεύσεων, συμπεριλαμβανομένου του «The Lancet» και του «Journal of the American Medical Association», παραδέχθηκαν ότι δέχθηκαν πιέσεις από τους Πέντε Μεγάλους (οι πέντε πολυεθνικοί φαρμακευτικοί γίγαντες που ελέγχουν τον τομέα παγκοσμίως). Το ίδιο ισχύει και για τα πανεπιστημιακά ιδρύματα που βασίζονται αρκετά σε ιδιωτικά κεφάλαια.

Για μια ακόμη φορά, το βασικό ενδιαφέρον των μεγάλων φαρμακευτικών είναι να βγάζουν χρήμα, και θα στραφούν ακόμη και εναντίον της ιατρικής επιστήμης αν σταθεί στον δρόμο τους.



«ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ, ΤΩΡΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ»

Αυτή φαίνεται να είναι η φιλοσοφία πίσω από τις ενέργειες των πολυεθνικών φαρμακευτικών στο τρίτο μέρος του ντοκιμαντέρ. Οι ασθενείς Λευχαιμίας στην Νότια Κορέα συμμετείχαν σε φαρμακευτικές δοκιμές για ένα νέο φάρμακο της γιγαντιαίας φαρμακευτικής Novartis και όταν το φάρμακο εγκρίθηκε τιμολογήθηκε τόσο ακριβά που πλέον οι ασθενείς των πειραματικών δοκιμών αδυνατούσαν να το αγοράσουν με πιθανότερο αποτέλεσμα τον θάνατό τους.

Το ντοκιμαντέρ παρακολούθησε την περίπτωση ενός ασθενούς που έπασχε από Λευχαιμία, του κ. Yoong. Βρισκόταν στο τελικό στάδιο της ασθένειας και τον ενημέρωσαν ότι είχε έξι μήνες ζωής. Εύλογα επιδίωξε να είναι ένας από τους συμμετέχοντες ασθενείς των κλινικών δοκιμών της Novartis για το νέο φάρμακο Glivec. Το φάρμακο ήταν πολύ επιτυχημένο και 14 μήνες αργότερα ήταν ακόμη ζωντανός. Το νέο φάρμακο εγκρίθηκε σε χρόνο ρεκόρ και είναι πλέον στην αγορά. H Novartis αποφάσισε να το πουλάει στους ασθενείς της Νότιας Κορέας στην τιμή των 19 δολαρίων ανά δισκίο. Αυτό σημαίνει ότι με 8 δισκία ημερησίως το ετήσιο κόστος της αγωγής φτάνει τα 55.000 χιλιάδες δολάρια, ένα ποσό που είναι πολύ υψηλό για πολλούς από τους ασθενείς που συμμετείχαν στις δοκιμές. Ο κύριος Yoong αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι του και να μετακομίσει με την γυναίκα του και την μικρή του κόρη σε μικρότερο διαμέρισμα. Εν τω μεταξύ η Novartis πούλησε τον τελευταίο χρόνο δισκία αξίας μισού εκατομμυρίου λιρών. Και αυτό είναι τελικά που πραγματικά τους ενδιαφέρει.

Ένας από τους λόγους για την υψηλή τιμή του φαρμάκου είναι οι κανονισμοί πατέντας του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου που δίνουν αποκλειστικά δικαιώματα πωλήσεων στις φαρμακευτικές εταιρίες για 20 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να πουλάν σε όποια τιμή θελήσουν γιατί δεν αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό.

Το ντοκιμαντέρ καταδεικνύει ακόμα ένα σημείο το οποίο ανατρέπει περαιτέρω τον ισχυρισμό των μεγάλων φαρμακευτικών ότι οι τιμές είναι υψηλές προκειμένου να χρηματοδοτηθούν έρευνες για νέα φάρμακα. Ένα μέλος των γιατρών χωρίς σύνορα εξηγεί ότι τα περισσότερα νέα φάρμακα που βγαίνουν στο εμπόριο είναι «mee-toos» δηλαδή μικρές παραλλαγές φαρμάκων που υπάρχουν ήδη. Επίσης οι αποφάσεις για έρευνα βασίζονται στην οικονομική αποδοτικότητα. Οι Πέντε Μεγάλοι είναι αρκετά χαρούμενοι να επενδύουν σε έρευνες για «φάρμακα lifestyle», για παράδειγμα ένα ακόμη φάρμακο για την στυτική δυσλειτουργία, εφόσον υπάρχει ήδη αγορά στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Παρόλα αυτά δεν έχουν ενδιαφέρον στην έρευνα φαρμάκων για την αντιμετώπιση ασθενειών που προκαλούν πολλά εκατομμύρια θανάτους όπως φυματίωση ή ελονοσία (που σκοτώνουν 6 εκατομμύρια ανθρώπους τον χρόνο) γιατί αυτές προσβάλουν κυρίως ανθρώπους υπανάπτυκτων χωρών οι οποίοι δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν για αυτά τα φάρμακα. Με άλλα λόγια αυτοί δεν αποτελούν αγορά για τις φαρμακευτικές. Σε κάθε περίπτωση, όπως ήδη έχουμε δει, πολλά από αυτά τα φάρμακα έχουν αναπτυχθεί σε δημόσια χρηματοδοτούμενα ιδρύματα στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι φαρμακευτικές απλά πλήρωσαν για να αγοράσουν το δικαίωμα χρήσης.

Όταν καταρτίστηκαν οι κανονισμοί πατέντας του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου εισήχθησαν και κάποιες διατάξεις ασφάλειας. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι κυβερνήσεις μπορούν να χορηγήσουν υποχρεωτική άδεια παραγωγής φαρμάκου παρακάμπτοντας την πατέντα της εταιρίας και επιτρέποντας την παραγωγή γενόσημων εκδοχών του ιδίου φαρμάκου. Έχοντας ισχυρό τομέα γενόσημων φαρμάκων επιτρέπεται σε χώρες όπως η Βραζιλία να παράγουν φθηνότερες εκδοχές κάποιων φαρμάκων ώστε να είναι σε ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση προκειμένου να επιτύχουν χαμηλότερες τιμές από τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες. Για παράδειγμα η Βραζιλία προσφέρει το Glivec στα 8 δολάρια ανά ταμπλέτα, σε αντίθεση με τον μέσο παγκόσμιο όρο που βρίσκεται στα 20-25 δολάρια. Όμως όπως ξέρουμε «ο νόμος είναι σαν τον ιστό της αράχνης, οι μικροί πιάνονται αλλά οι μεγάλοι και πλούσιοι τον διαρρηγνύουν». Σε έναν καπιταλιστικό κόσμο, ειδικότερα στην εποχή του ιμπεριαλισμού, οι μεγάλες πολυεθνικές έχουν ισχυρούς πόρους για να αντισταθούν σε οποιονδήποτε νόμο δεν τους ταιριάζει ή για να τον αλλάξουν.



Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΊΑ

Ο κύριος Yoong και μια ομάδα πρώην δοκιμαστικών ασθενών του Glivec αποφάσισαν να υποβάλουν αίτηση για τη χορήγηση υποχρεωτικών αδειών εκμετάλλευσης τον Ιούλιο του 2001 (παραγωγή γενόσημων φαρμάκων). Όταν το υπουργείο υγείας της Νότιας Κορέας μελέτησε την αίτηση, δέχθηκε μια επιστολή από την γραμματεία εμπορίου των Ηνωμένων Πολιτειών η οποία τους απειλούσε πώς αν δεχθούν να χορηγήσουν υποχρεωτική άδεια εκμετάλλευσης (να παράγουν φθηνά γενόσημα φάρμακα δηλαδή) εναντίον της Novartis η περίπτωση θα μπορούσε να προκαλέσει μια κλιμακούμενη εμπορική ρήξη μεταξύ των χωρών. Λίγο αργότερα ο συγκεκριμένος Νοτιοκορεάτης υπουργός που μελέτησε την αίτηση ανασχηματίστηκε. Ο υπουργός ανακοίνωσε δημόσια τον ρόλο που έπαιξαν οι πολυεθνικές φαρμακευτικές για την απομάκρυνσή του. Με άλλα λόγια η Novartis διαθέτει αρκετή δύναμη, μέσω της αμερικανικής διοίκησης, να απομακρύνει έναν υπουργό αυτοκέφαλου κράτους όταν απειλεί τα συμφέροντά της!

Το ντοκιμαντέρ ακόμη εξηγεί πως η κυβέρνηση της Ταϊλάνδης δέχθηκε επίσης απειλές από την Ουάσιγκτον για την προσπάθειά της να χρησιμοποιήσει γενόσημες εκδοχές του φαρμάκου κατά του AIDS. Η Ταϊλάνδη απειλήθηκε με αύξηση της τιμολόγησης ξυλείας και κοσμημάτων, τα οποία συνεισφέρουν κατά 30% στις εξαγωγές της χώρας κι έτσι εξωθήθηκε σε υπαναχώρηση.

Πιο πρόσφατα η Ουάσιγκτον μπλοκάρισε μια προτεινόμενη αλλαγή των κανονισμών του παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου που θα ευνοούσε την παραγωγή γενόσημων εκδοχών φαρμάκων. Οι αλλαγές του κανονισμού έγιναν δεκτές από όλες τις χώρες αλλά μπλοκαρίστηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν προκαλεί απορία καθώς ο ίδιος ο Donald Rumsfeld ήταν στέλεχος μεγάλης φαρμακευτικής.

Αυτό που καθιστά αυτές τις περιπτώσεις, ακόμα πιο εξωφρενικές είναι ότι αυτό που συζητάμε εδώ δεν είναι απλώς εμπορικές διαφορές, αλλά οι εμπορικές διαφορές πάνω από ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα που είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου για εκατοντάδες χιλιάδες ασθενείς.

Μια ομάδα ασθενών των δοκιμών του Glivec αποφάσισαν να μεταβούν στην Ινδία, όπου και εκεί υπάρχει ισχυρός τομέας παραγωγής γενόσημων φαρμάκων, για να δουν πόσο θα κόστιζε η παραγωγή εκδοχής γενόσημου φαρμάκου του Glivec. Ο δόκτωρ Yusef Hamied, διευθυντής της ινδικής φαρμακευτικής εταιρίας Cipla τους ενημέρωσε ότι η εταιρία του θα μπορούσε να προσφέρει το φάρμακο στους ασθενείς σε τιμή μικρότερη του ενός δολαρίου ανά δισκίο (σε αντίθεση με τα σχεδόν 20 δολάρια της τιμής της Novartis). Ο δόκτωρ Yusef ισχυρίστηκε ότι έχει «ανθρωπιστική προσέγγιση στη δουλειά του», αλλά όπως σχολίασαν οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ, δεν είχε να συναγωνιστεί τόσο με τις μεγάλες πολυεθνικές όσο με τις άλλες τοπικές εταιρίες γενόσημων φαρμάκων που προσφέρουν τιμές ανάλογες της δικής του. Ο πραγματικός λόγος που η εταιρία του πουλά σε πολύ χαμηλές τιμές πιθανό έχει να κάνει ειδικά με τις τοπικές φαρμακευτικές δυνάμεις παρά με οποιονδήποτε «ανθρωπισμό» του. Τελικά η ομάδα των ασθενών δεν πέτυχε κάτι και τον Φεβρουάριο του 2003 ελήφθη μια απόφαση κατά των υποχρεωτικών αδειών χρήσης στην Νότια Κορέα. Για μια ακόμη φορά τα κέρδη μπήκαν σε προτεραιότητα έναντι των ανθρώπινων ζωών με πολύ συγκεκριμένο τρόπο.

Ο λόγος που η Ινδία έχει ισχυρό τομέα γενόσημων φαρμάκων είναι επειδή η χώρα έχει έναν ιδιόμορφο νόμο για τις πατέντες που επιτρέπει τις εταιρίες να πατεντάρουν την μεθοδολογία παρασκευής ενός φαρμάκου αλλά όχι το ίδιο το φάρμακο. Αυτό σημαίνει ότι οι ινδικές εταιρίες γενόσημων φαρμάκων μπορούν να επινοήσουν εναλλακτικές μεθόδους παραγωγής του ίδιου φαρμάκου εντός νομικού πλαισίου. Ο παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου τώρα απαιτεί από την Ινδία να αλλάξει την νομοθεσία της και να προσφέρει πλήρη προστασία πατέντας από το 2003. Τα συμφέροντα των μεγάλων φαρμακευτικών θα είναι πάλι εγγυημένα.


ΟΙ ΤΙΜΕΣ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ

Το τελευταίο παράδειγμα αυτού του λαμπρού ντοκιμαντέρ είναι του Jairo ενός 12χρονου ορφανού του AIDS από την Ονδούρα το οποίο είναι θετικό στον ιό. Υπάρχουν περισσότερα από 14.000 ορφανά του AIDS στην χώρα και περισσότεροι από 60.000 άνθρωποι θετικοί στον ιό HIV.

Ο Jairo ανέπτυξε στοματική μόλυνση και χρειαζόταν fluconazole, ένα φάρμακο πατενταρισμένο από τον γίγαντα Pfizer με την εμπορική ονομασία Diflucan. Η Pfizer πουλά Diflucan αξίας 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων κάθε χρόνο, η αξία του οποίου ανέρχεται στα 27 δολάρια ανά δισκίο στην Ονδούρα. Τον Jairo τον φρόντιζε η θεία του. Ο μισθός του άντρα της ήταν 90 δολάρια την εβδομάδα. Η εβδομαδιαία ανάγκη του Jairo σε Diflucan θα κόστιζε 189 δολάρια. Όπως είπε κάποιος που εργάζεται πάνω στο AIDS «οι τιμές των αντιρετροϊκών φαρμάκων και των φαρμάκων ευκαιριακών λοιμώξεων σκοτώνουν τους ανθρώπους μας».

Η οικογένεια του Jairo και άνθρωποι που δουλεύουν πάνω στο AIDS εξαναγκάστηκαν να περάσουν τα σύνορα με την Γουατεμάλα όπου αγόρασαν γενόσημες εκδοχές του fluconazole για 30 σεντς το δισκίο και τα πέρασαν λαθραία από τα σύνορα, ρισκάροντας την σύλληψή τους.

Μα ακόμη και αυτό ήταν δεν ήταν αρκετό για τον Jairo. Το ντοκιμαντέρ δείχνει πραγματικά τις τραγικές εικόνες θανάτου του Jairo κατά την μεταφορά του στο νοσοκομείο, ολοκληρωτικά σκελετωμένος, μόνο με δέρμα και οστά που του προκάλεσαν μολύνσεις συνδεόμενες με τον ιό του AIDS. Αυτή ήταν μια από τις πλέον καταδικαστικές καταγγελίες ενάντια στις πολιτικές των φαρμακευτικών εταιριών που έχουν παρουσιαστεί ποτέ στην τηλεόραση.


Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΣΚΟΤΏΝΕΙ

Ένας από τους νοτιοκορεάτες ασθενείς Λευχαιμίας που μετείχε στις δοκιμές του Glivec λέει προς τους δημιουργούς του ντοκιμαντέρ. «αν ένας φτωχός άνθρωπος δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στο φάρμακο, αυτό δεν αυξάνει τα κέρδη της εταιρίας, απλά τον κάνει να υποφέρει». Αυτό είναι μεγάλη αλήθεια, αλλά αν μια φαρμακευτική εταιρία προέβαινε σε παραχωρήσεις για μια συγκεκριμένη περίπτωση θα την έθετε υπό μεγάλες πιέσεις ώστε να προβεί και σε παραχωρήσεις σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Κι αυτό θα έκανε μεγάλο κακό στις δουλειές τους.

Τελικά κάθε μια πρακτική των μεγάλων φαρμακευτικών, αλλιώς γνωστών ως Pharma-Mafia, που παρουσιάστηκαν στο ντοκιμαντέρ είναι αποκρουστικές από την ανθρώπινη οπτική γωνία. Όμως δεν πρέπει να νομίζουμε ότι οι διευθύνοντες σύμβουλοι των Pharma-Mafia χρησιμοποιούν αυτές τις μεθόδους επειδή είναι ιδιαίτερα κακοί ή απαθείς άνθρωποι (σίγουρα αρκετοί απ’ αυτούς είναι). Ο πραγματικός λόγος είναι επειδή προσπαθούν να παράγουν κέρδος. Είναι μια διαστροφική, τρομακτική, αντι-ανθρωπιστική λογική, αλλά δεν παύει να είναι η λογική του καπιταλισμού πάνω απ’ όλα. Πρόκειται λοιπόν για ένα από τα καλύτερα παραδείγματα αντίφασης μεταξύ της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και τις ανάγκες της ανθρωπότητας.

Ντοκιμαντέρ όπως αυτό είναι άριστες εκθέσεις του ανάλγητου τρόπου λειτουργίας των πολυεθνικών, που δεν τρέφουν εκτίμηση για την ανθρώπινη ζωή. Η κυριαρχία της παγκόσμιας αγοράς φαρμάκων από πέντε τεράστιες πολυεθνικές εταιρείες είναι η άμεση αιτία θανάτου για εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο κάθε μέρα. Το ζήτημα εθνικοποίησης και δημοκρατικού ελέγχου αυτών των πέντε γιγάντων είναι ξεκάθαρο. Η ηθική αποστροφή που δημιουργεί αυτό το ντοκιμαντέρ πρέπει να διοχετευθεί προς τη σωστή κατεύθυνση, τον αγώνα ενάντια στον ίδιο τον καπιταλισμό.

Μάιος 2003

Δεν υπάρχουν σχόλια: