Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Περί αχαριστίας - Δοκίμιο

Μία είναι η ουσία δεν υπάρχει αχαριστία (σε αντίθεση με τη μαλακία που υπάρχει σε αφθονία).

Είναι, γενικά, ένα κοινωνικό φαινόμενο ότι, συνεχώς, τα ίδια πρόσωπα συναντούν συνεχώς και παντού αχάριστους ανθρώπους, σε αντίθεση με άλλη συνομοταξία ανθρώπων που ποτέ δεν δηλώνουν κάτι τέτοιο θεωρώντας, προφανώς, ότι κανείς δεν του οφείλει τίποτα.
Έχω συναντήσει στη ζωή μου πολλούς ανθρώπους που είχαν στο στόμα τους την ίδια καραμέλα σχεδόν καθημερινά.
«Είναι αχάριστος»
Χμ… πόσες φορές έχω ακούσει αυτή την απέραντη μαλακία να βαράει τα μυαλά ανθρώπων. Μαλακία που ομοιάζει τον ατέρμονα κοχλία, έτσι κι αυτή η ιδεολογία είναι μια ατέρμονη μαλακία που περιστρέφεται γύρω από το εγώ του εκάστοτε υποκειμένου που την εκφράζει.
Ανοίγω το λεξικό
και βρίσκω τα εξής στοιχεία

Αχάριστος –η –ο (επίθ.) = αγνώμονας : «όσα καλά και να του κάνω, πάντα αχάριστος θα ‘ναι» || άχαρος, δυσάρεστος.

Ιδιοτελής –ής –ές (επίθ.) (από το επίθ. ίδιος + τέλος = σκοπός) = ο συμφεροντολόγος αυτός που επιδιώκει τα δικά του μόνο οφέλη, αυτός που βάζει το συμφέρον του πάνω απ’ όλα.

Εξετάζοντας ποιοτικά τις ανθρώπινες συναναστροφές έχουμε δύο βασικές ποιοτικές παραμέτρους αυτών.
1. Ιδιοτελείς συναναστροφές
2. Ανιδιοτελείς συναναστροφές (όπου «ανιδιοτελείς» το αντώνυμο του «ιδιοτελείς»)

Έστω ότι θέτουμε δύο υποκείμενους χαρακτήρες τον χαρακτήρα Α και τον χαρακτήρα Β. Οι δύο αυτοί χαρακτήρες θα αποτελέσουν δοκιμαστικά πρόσωπα σε δύο διαφορετικές, ποιοτικά, συναναστροφές.
Θέτουμε μια επαγγελματικού είδους σχέση μεταξύ των δύο προσώπων. Ας πούμε ότι ο Α είναι προϊστάμενος και ο Β υφιστάμενος τού Α σε ένα εργασιακό περιβάλλον.
Ο Α καλείται να αποφασίσει αν θα προάγει τον υφιστάμενο του Β σε ανώτερη της υπάρχουσας θέσης ή αν θα τον αφήσει στην ίδια. Εδώ εμφανίζεται μια διαδραστική σχέση μεταξύ των προσώπων κι έτσι ο Α πρέπει να επιλέξει μεταξύ ιδιοτελούς ή ανιδιοτελούς συναναστροφής με τον Β.

α) Στην ιδιοτελή συναναστροφή των δύο προσώπων ο Α θα ζητήσει αντίτιμο από τον Β για την προαγωγή που θα του προσφέρει.

β) Στην ανιδιοτελή συναναστροφή ο Α θα προάγει τον Β χωρίς, κανενός είδους, αντάλλαγμα συναισθανόμενος ότι εκτελεί μια δίκαιη πράξη.

Στην πρώτη περίπτωση ο Α θα εισπράξει από τον Β το αντίτιμο που του αναλογεί από την πράξη προαγωγής και η υπόθεση θεωρείται λήξασα μια για πάντα.

Στην δεύτερη περίπτωση ο Α δεν θα εισπράξει κανενός είδους αντάλλαγμα από τον Β καθώς λόγοι ηθικής του τάξης εφαρμόζουν την πηγαία του αίσθηση περί δικαίου στο πρόσωπο Β και η υπόθεση (και εδώ) θεωρείται λήξασα μια για πάντα.

Επανερχόμενο με κάποια αφορμή (σε δεύτερο χρόνο) το πρόσωπο Α - στην προαναφερθείσα ιδιοτελή πρώτη περίπτωση - αποκαλώντας το πρόσωπο Β ως «αχάριστο» υποκύπτει σε αμετροεπές και απληστογενές ατόπημα, καθώς το αντίτιμο της συναλλαγής το έχει εισπράξει και πλέον εκβιάζει άδικα το πρόσωπο Β ώστε, είτε να καταβάλλει αντίτιμο μεγαλύτερο του συμπεφωνημένου, είτε να βιώσει ηθική ταπείνωση κατά τρόπο καταχρηστικό υπέρ του προσώπου Α.

Για το δε, δεύτερο ενδεχόμενο όπου το πρόσωπο Α επανέρχεται (σε δεύτερο χρόνο) αποκαλώντας το πρόσωπο Β «αχάριστο» τότε ακυρώνει τα περί ανιδιοτελούς πράξης του, καθώς πλέον είναι αυτενεργά πρόδηλη η επιδίωξή του να εξωθήσει σε υποτέλεια το πρόσωπο Β προκειμένου να αποκομίσει ατομικά οφέλη ενώ εξ αρχής η παγίδα της ιδιοτέλειάς του φορούσε τη μάσκα της ανιδιοτέλειας. Αυτό είναι άκρως ανήθικο, αλαζονικό και εγωπαθές.

Επεκτείνοντας τα παραπάνω παραδείγματα σε πιο καθημερινές εικόνες είναι χαρακτηριστικό ότι όταν αγοράσουμε μια ασπιρίνη από το φαρμακείο και καταβάλουμε το ανάλογο χρηματικό αντίτιμο, κάτω από υγιείς συνθήκες συναναστροφής, δεν θεωρούμε ότι προκύπτει υποχρέωση από καμία μεριά μετά το πέρας της συναναστροφής-συναλλαγής.

Στη δεύτερη περίπτωση (της ανιδιοτέλειας), κατά τον υγιή ηθικά τρόπο, όταν αφήνουμε το κέρμα μας σε κάποιον επαίτη στον δρόμο προβαίνουμε σε πράξη που αποφασίστηκε και εκτελέστηκε με τα δικά μας κριτήρια και μόνο όταν εμείς αισθανθήκαμε ότι η πράξη μας παράγει κατανομή δικαίου χωρίς να μας υποχρεώνει ο επαίτης να το κάνουμε. Άρα δεν μπορούμε να απαιτήσουμε (σε δεύτερο χρόνο) από τον επαίτη να υποταχθεί κατά κανέναν, ποσοτικά ή ποιοτικά, τρόπο προς εμάς γιατί έτσι ακυρώνουμε την ανιδιοτέλεια της πράξης μας υποδηλώνοντας ταυτόχρονα τον κουκουλωμένο και προμελετημένο μηχανισμό μεγέθυνσης της εγωπάθειάς μας θέλοντας να εξωθήσουμε άλλους ανθρώπους στα δίχτυα της εξουσιομανίας μας.

Κατόπιν όλων αυτών προκύπτουν εύλογα ερωτήματα.
1. Εφόσον δεν υφίσταται η έννοια του αχάριστου πως υφίσταται η λέξη?

Υφίσταται και η λέξη και η έννοια, η διαφορά είναι ότι η πραγματική έννοια είναι εντελώς διαφορετική από τη στρεβλή που της αποδίδεται στην ευρύτερη κοινή χρήση της γλώσσας μας.
Αχάριστος, (σε αντίθεση με αυτό που ευρύτερα θεωρούμε) δεν είναι εκείνος που δεν αποκτά υποτελή στάση απέναντι στον άνθρωπο που τον ευεργέτησε.

ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΤΟΝ ΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΜΠΑΜΠΙΝΙΏΤΗ

Αχάριστος: Αυτός που δεν αναγνωρίζει και δεν εκτιμά την ευεργεσία ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ.

Δεν εμπλέκεται πουθενά άλλος ανθρώπινος παράγοντας.
Δηλαδή ο ορισμός δεν λέει ότι, αχάριστος είναι εκείνος που δεν ευγνωμονεί στο χρονικό άπειρο τον ευεργέτη του. Υπάρχει διαφορά διότι αχάριστος σύμφωνα με το λεξικό Μπαμπινιώτη είναι ο άνθρωπος που δεν μπορεί να συναισθανθεί ότι του συνέβη κάτι θετικό. Άρα έχει να κάνει με πράξη που έχει σημείο αναφοράς το άμεσα εμπλεκόμενο πρόσωπο και μόνο. Είναι όπως θα λέγαμε ότι κάποιος τράκαρε χωρίς να πάθει κάτι αλλά δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι πολύ πιθανό να χτυπούσε από την σύγκρουση (πράγμα όμως που δεν συνέβη) και έτσι βιώνει μια προσωπική εσωτερική, άτυπη και σιωπηρή δυστυχία γιατί δεν έχει την ευτυχία να αναγνωρίσει την τύχη του.
Δεν εμπλέκεται πουθενά δεύτερο πρόσωπο.

Ο φερόμενος ως ευεργέτης εφόσον θεωρεί ότι έχει πράξει το ορθό έχει χρέος να «ξεχάσει» ότι έκανε και να μην απαιτεί ούτε καν να διεκδικεί να λάβει εύσημα και ανταλλάγματα γιατί ότι έπραξε το έπραξε με συνιστώσες που υπηρετούν την δική του ατομική ρύθμιση μιας δικαιότερης εσωτερικής του τάξης.

Άνθρωποι που βλέπουν παντού αχάριστους και αναζητούν από πολλούς (ίσως ενίοτε κι από όλους) ευγνωμοσύνες είναι απλά άτομα που αισθάνονται έντονα κατωτερότητα και βιώνουν μια πρωτογενή αμετροέπεια. Αυτό τους εξωθεί σε ένα άτυπο κυνήγι φαντασμάτων με αποτέλεσμα να διυλίζουν το κουνούπι αναζητώντας «θύματα» που ενδεχομένως κάποια στιγμή τα βοήθησαν με σκοπό να τα υποτάξουν με την πρώτη ευκαιρία.

Συμπέρασμα
Όταν ακούτε έναν άνθρωπο να αποκαλεί αχάριστο κάποιον άλλον, ρωτήστε τον πόσα θέλει για να αποπληρωθεί το χρέος που του οφείλουν. Θα τον «πιάσετε στα πράσα». Το πιο πιθανό θα είναι να σας πει ότι δεν θέλει ανταλλάγματα γιατί το έκανε από μεγαλοψυχία. Η ταμπέλα του αχάριστου όμως που θα έχει βάλει σε κάποιον άλλον καταμαρτυρά ότι ο «ευεργέτης» προσδοκούσε ανταλλάγματα.

Αυτή είναι η συνομοταξία των ανθρώπων που προσωπικά αποκαλώ

Φιλευγνώμoνες

Και ο ορισμός που αποδίδω είναι
Φιλευγνώμoνας: Αυτός που αρέσκεται να τον ευγνωμονούν επειδή θεωρεί ότι οι άλλοι του οφείλουν.

Και το σημαντικότερο είναι ότι όλοι οι Φιλευγνώμονες μοιάζουν και έχουν κοινά χαρακτηριστικά σαν καρποί του ίδιου δέντρου.

Σύμφωνα με την ίδια λογική μπορείτε να αναλογιστείτε πόσο άκυρο είναι βροντοφωνάζουμε σε κάποιον ότι έχουμε κάνει θυσίες για εκείνον. Ακυρώνουμε την ίδια τη θυσία. Την ξεριζώνουμε ολοκληρωτικά. Είναι σαν να μην την κάναμε ποτέ.
Διότι, τι νόημα έχει να κάνουμε μια θυσία την οποία αργότερα θα χρησιμοποιήσουμε ως όπλο ψυχολογικού πολέμου ενώ η ίδια η θυσία από μόνη της επιβάλει να σιωπήσουμε μια για πάντα; Δεν είναι ύπουλο να την κρατάμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας ως υποψήφιο αντίποινο; Πολύ φτηνό το βρίσκω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: