Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

35 χρόνια πριν

Καθόμουν στην άκρη του κρεβατιού δίπλα στο παράθυρο. Απορροφημένος από μια σκέψη που με βασάνιζε χρόνια τώρα. Κοίταζα έξω κι έβλεπα να φυσά μανιασμένος αέρας που δεν άφηνε δέντρα και λουλούδια στην ησυχία τους. Ερχόταν θύελλα. Ασυναίσθητα σηκώθηκα και προχώρησα προς το παλιό μικρό τραπεζάκι. Πάνω του βρισκόταν μια λάμπα πετρελαίου. Την άναψα και στο παιχνίδισμά της διέκρινα λίγη χαρά. Μια παράλογη σκέψη πέρασε απ΄ το μυαλό μου. Μια σκέψη που ήλπιζα ότι θα με απάλλασσε από τη μιζέρια και τη φτώχεια που με βασάνιζε. Σκέφτηκα να δώσω τέλος στη ζωή μου. Αποφασισμένος γύρισα προς το κρεβάτι και πήρα το σακάκι μου. Διέκρινα από το παράθυρο τη βροχή που χτυπούσε με μανία τα τζάμια. Κοίταξα το ρολόι μου, η ώρα ήταν έντεκα και είκοσι. Φόρεσα το σακάκι μου, σήκωσα τον γιακά και με γρήγορο βήμα προχώρησα στην πόρτα. Ανοίγοντάς την, έκανα ένα βήμα πίσω και σταγόνες βροχής έπεσαν στο πρόσωπό μου. Ο αέρας δεν με άφηνε να βγω έξω. Με μια γρήγορη κίνηση προχώρησα κλείνοντας την πόρτα πίσω μου και βγήκα στη βροχή. Με γοργά βήματα άφησα πίσω μου την αυλή του σπιτιού και πήρα το πεζοδρόμιο δεξιά. Βγήκα σε έναν μεγάλο δρόμο στολισμένο δεξιά και αριστερά με τα κακόφημα καμπαρέ των Αθηνών. Η έμμονη σκέψη της αυτοκτονίας είχε φωλιάσει μέσα μου. Προχωρούσα κοιτάζοντας δίπλα μου βιτρίνες και μέσα σ΄ αυτές φωτογραφίες ημίγυμνων, χαμογελαστών, γυναικών. Στα αυτιά μου έρχονταν ήχοι πολλών οργάνων που έβγαιναν απ’ το βάθος των μαγαζιών. Σταμάτησα σε μία απ’ τις βιτρίνες χαζεύοντας μια από τις πολλές καλλονές που μου χαμογελούσε μέσα από μία φωτογραφία. Ίσως και να ήθελε κάτι να μου πει.
Δίχως να καταλάβω τίποτα βρέθηκε δίπλα μου μια κυρία η οποία τρικλίζοντας έπεσε πάνω μου. Ξαφνιάστηκα, την συγκράτησα για να μη πέσει. Με φωνή τρεμάμενη από το κρύο και τη ζάλη του ποτού μου είπε
- «….με συγχωρείτε»
Έβγαλε από την τσάντα της ένα κλειδί αυτοκινήτου και μου έδειξε ένα μαύρο, επιβλητικής μάρκας, αυτοκίνητο που βρισκόταν παρκαρισμένο στο απέναντι πεζοδρόμιο. Κατάλαβα πως ήθελε να την πάω στο αμάξι της. Με έπιασε από το μπράτσο, αφήνοντας όλο το βάρος της να πέσει πάνω μου. Με όλες τις δυνάμεις μου την πήγα δίπλα στο αμάξι και ανοίγοντας την πόρτα του οδηγού την έβαλα να καθίσει ενώ το χέρι της κρατούσε σφιχτά το σακάκι μου για να μην φύγω. Με μερικές κινήσεις μεταφέρθηκε στο κάθισμα του συνοδηγού καθώς εγώ την κοιτούσα απορημένος. Με ένα νεύμα με κάλεσε να καθίσω στη θέση του οδηγού. Μπήκα και έκλεισα την πόρτα του αυτοκινήτου. Γύρισα το βλέμμα μου και την είδα να μου απλώνει το αριστερό της χέρι. Ανάμεσα στα δάχτυλά της διέκρινα ένα λευκό κομμάτι χαρτί. Το πήρα και γυρίζοντας προς το φως, διάβασα «Αντωνίου Στέλλα, Λόρδου Βύρωνος 10».
Πάγωσα. Η εμμονή της αυτοκτονίας με εγκατέλειψε. Για αυτήν την, έστω, μοναδική στιγμή, η ύπαρξη μου είχε ένα νόημα.
Κοίταξα μπροστά τον δρόμο και σκέφτηκα
"δεν γίνεται να δώσω τέλος στη ζωή μου, αυτή η γυναίκα με χρειάζεται"

Δεν υπάρχουν σχόλια: