Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Σαγανογλείφτες

Λέξη: Σαγανογλείφτης
Λέξη που μπορούμε να συναντήσουμε στο βιβλίο του Καζαντζάκη "Ο τελευταίος πειρασμός"
Τι σημαίνει η λέξη σαγανογλείφτης?
Σε εύλογη μετάφραση έχουμε τα εξής.
Σύμφωνα με το λεξικό έχουμε τη λέξη "σαγάνι" της οποίας η ερμηνεία είναι:

σαγάνι (το) (ξ. λ. ουσ.) = μικρό τηγάνι με δύο λαβές.

Άρα με την σύνθεση της λέξης "γλείφτης" εύκολα σχηματίζουμε την εικόνα ενός ατόμου μου πιάνει και γλείφει το τηγάνι.
Εικόνα που αναπαριστά τον αχόρταγο άνθρωπο καθώς κατά τέτοιον τρόπο χρησιμοποιείται στο βιβλίο και όχι ως απεικόνιση κάποιου πεινασμένου τον οποίο κατανοούμε και συμπονούμε.
Άρα συνώνυμο της λέξης σαγανογλείφτης είναι η λέξη "άπληστος"
Σαγανογλείφτης = Άπληστος, αχόρταγος, πλεονέκτης
Αντώνυμο η λέξη "ολιγαρκής"
Σχετική διαφορά μεταξύ των συνωνύμων είναι η εικονοπλασία της λέξης "σαγανογλείφτης" η οποία διατυπώνει την έννοια της απληστίας και απεικονίζει ταυτόχρονα την αδηφαγία, την λαιμαργία και την μονοφαγία.

Καλές γιορτές και προσοχή απ' τους Σαγανογλείφτες.

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

...τα λαμπάκια

-Μήπως να τα σβήναμε τα λαμπάκια βραδιάτικα?
-Δεν χρειάζεται άστα να καίνε.
-….
-(αλλαγή πλευρού)
-Είναι κι αυτό το δέντρο ρε παιδί μου… γεμάτο εύφλεκτα υλικά…
-Άμα θέλεις τράβα σβήστα
-Ρε παιδί μου… ο Παυλόπουλος στο Alter είπε ότι τα Κινέζικα καμιά φορά παίρνουν φωτιά.
-Τα φτηνά είπε…
-Εμάς είναι καλά?
-Καλλίτερα απ’ του Παυλόπουλου.
-κι ΑΝ, λέω ΑΝ, πάρουν φωτιά?
-Αν πάρουν φωτιά, θα δούμε τον Αϊ Βασίλη πυροσβέστη…
-Ρίχνεις το επίπεδο της συζήτησης!
-…δεν θέλω να συζητήσω, να κοιμηθώ θέλω!
-Ναι αλλά εγώ κλείνω τα μάτια μου και βλέπω τον Παυλόπουλο να λέει στις ειδήσεις ότι κάηκε το σπίτι μας απ’ τα λαμπάκια του δέντρου…
-Ε!!! …ή τράβα σβήστα ή άσε μας να κοιμηθούμε!!!
-Δεν πας εσύ ρε αγάπη μου? …Βαριέμαι να σηκωθώ!
-…#@&%!
-….
-@#%&
-Καλά, τόση ώρα για να σβήσεις τα λαμπάκια?
-Τα πέταξα!!!
-ΤΑ ΠΕΤΑΞΕΣ…???!!!
-Ναι τα πέταξα να τελειώνουμε με τα λαμπάκια!!! Θα πρωτοτυπήσουμε φέτος θα έχουμε αφώτιστο δέντρο, μπας και κλείσουν λίγο τα βλέφαρά μας!!!
-Μια περιουσία έδωσα σ’ αυτά τα λαμπάκια!!!
-Πενήντα ευρώ έδωσες, μη γίνεσαι υπερβολικός!
- ..#@%& Πενήντα ευρώ λίγα είναι? Λοιπόν, αύριο θα πάμε να πάρουμε καινούργια λαμπάκια με χρονοδιακόπτη!
-Να πάρεις τον Παυλόπουλο και να πας $%&@…!!!

…καληνύχτα…

-Κλείδωσες την πόρτα?
-Ναι την κλείδωσα
-Δηλαδή να κοιμηθώ ήσυχος…?
-Κοιμήσου όπως θες…
-Την κλείδωσες καλά?
-Ναι καλά την κλείδωσα…
-Σύρτη έβαλες?
-Ναι έβαλα…
-Σίγουρα έβαλες?
-Ναι σίγουρα έβαλα!
-Δεν πιστεύω να μας κλέψουνε…?
-Ε! καλά και που να ξέρω γω αν μας κλέψουνε! Ο Uri Geller είμαι?
-Αφού είπες ότι έβαλες σύρτη!!!
-Ε ναι ντε, το είπαμε αυτό!
-Ε, άρα δεν θα μας κλέψουνε!
-Ε, και που ξες εσύ ότι δεν θα μας κλέψουνε?
-Αφού είπες ότι κλείδωσες!
-Είπαμε κλείδωσα αλλά δεν έριξα και μπετά!
-Ε, εντάξει βρε παιδί μου δεν σου είπα να το κάνεις και Γκουαντάναμο πως κάνεις έτσι? Ωωωωωωω….!!!! Υπερβολική είσαι!!!
-….
-Δηλαδή εσύ τώρα θα κοιμηθείς ήσυχη?
-Σαν αναμάρτητη!
-Πω… πω! Ντιπ αναίσθητη έγινες!
-…απλά μαζί σου νοιώθω ασφάλεια…
-Α… …έτσι ε? Ε… τότε καληνύχτα….
-…καληνύχτα…

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Το σπίτι πάγωσε και είναι σκοτεινό
Σιωπή απέραντη το έχει κατακλύσει
Ένα δωμάτιο γεμάτο κι αδειανό
Με χίλια όνειρα που έχουν παραλύσει

Σε κάθε θόρυβο ζητάω μια φωνή
Φωνάζω, μάταια, στο σπίτι και προσμένω
Η μοναξιά μου όμως πάντα διαφωνεί
Κλείνει το στόμα μου μονάχος για να μένω

Το σπίτι θόλωσε και μοιάζει χθεσινό
Νοιώθω σιγά-σιγά επάνω μου να πέφτει
Ανοίγω πόρτες κι αντικρίζω το κενό
Μαδούν οι ώρες τη καρδιά μου ξέφτι-ξέφτι

Κάθε μου βράδυ ψάχνω για να σκεπαστώ
Κι όσο κουρνιάζω τόσο πιο πολύ το κρύο
Δεν βρίσκω ζέστη όσο και να τη ζητώ
Φταίει που είναι το κρεβάτι μου για δύο

Το σπίτι θύμωσε και πια δε μου μιλά
Μονάχα λέει, όταν έρχομαι, πως φταίω
Κι όταν σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά
Νομίζω χαίρεται που νοιώθει ότι κλαίω

Θέλω να φύγω από δω μέσα να χαθώ
Όσο κι αν ψάχνω όμως χάνεται ο δρόμος
Κι έτσι τα βράδια μένω μόνος να μεθώ
Κι είναι το δάκρυ μου του πόνου ταχυδρόμος

Το σπίτι πάλιωσε, μονάχο, ξαφνικά
Χάνει το χρώμα του και μοιάζει ρημαγμένο
Νοιώθω πως χάθηκαν τα τετραγωνικά
Και μ’ έχει κλείσει εδώ μέσα στριμωγμένο

Βλέπω ερείπια και μέσα μου απορώ
Μήπως δεν είναι έτσι όσα αντικρίζω
Κι όταν θυμάμαι ότι χάθηκες καιρό
«Είναι αλήθεια», μοναχός μου ψιθυρίζω

ΣΕΡΓΙΑΝΙ

Είναι φορές που δεν μπορείς να αρνηθείς
Πρέπει ν΄ αντέξεις να περάσεις το ποτάμι

Κι αν σου ΄χουν πει ότι μπορεί και να χαθείς
Να μην αφήσεις τη ζωή να σ΄ αποκάμει


Κανείς δεν πάει χαμένος στη ζωή
Για όλους έχει πάντα ένα σεργιάνι
Κι αν έρθει στενοχώρια και σε βρει
Θα έρθει κι η χαρά και θα σε γιάνει


Είναι στιγμές που αλλάζεις δρόμο και σκοπό
Σαν μεθυσμένο παλικάρι μες τη νύχτα

Έχει η ζωή και το καλό και το κακό
Να μη διστάσεις και τα ζάρια πάλι ρίχτα


Κανείς δεν πάει χαμένος στη ζωή
Για όλους έχει πάντα ένα σεργιάνι
Κι αν έρθει στενοχώρια και σε βρει
Θα έρθει κι η χαρά και θα σε γιάνει

35 χρόνια πριν

Καθόμουν στην άκρη του κρεβατιού δίπλα στο παράθυρο. Απορροφημένος από μια σκέψη που με βασάνιζε χρόνια τώρα. Κοίταζα έξω κι έβλεπα να φυσά μανιασμένος αέρας που δεν άφηνε δέντρα και λουλούδια στην ησυχία τους. Ερχόταν θύελλα. Ασυναίσθητα σηκώθηκα και προχώρησα προς το παλιό μικρό τραπεζάκι. Πάνω του βρισκόταν μια λάμπα πετρελαίου. Την άναψα και στο παιχνίδισμά της διέκρινα λίγη χαρά. Μια παράλογη σκέψη πέρασε απ΄ το μυαλό μου. Μια σκέψη που ήλπιζα ότι θα με απάλλασσε από τη μιζέρια και τη φτώχεια που με βασάνιζε. Σκέφτηκα να δώσω τέλος στη ζωή μου. Αποφασισμένος γύρισα προς το κρεβάτι και πήρα το σακάκι μου. Διέκρινα από το παράθυρο τη βροχή που χτυπούσε με μανία τα τζάμια. Κοίταξα το ρολόι μου, η ώρα ήταν έντεκα και είκοσι. Φόρεσα το σακάκι μου, σήκωσα τον γιακά και με γρήγορο βήμα προχώρησα στην πόρτα. Ανοίγοντάς την, έκανα ένα βήμα πίσω και σταγόνες βροχής έπεσαν στο πρόσωπό μου. Ο αέρας δεν με άφηνε να βγω έξω. Με μια γρήγορη κίνηση προχώρησα κλείνοντας την πόρτα πίσω μου και βγήκα στη βροχή. Με γοργά βήματα άφησα πίσω μου την αυλή του σπιτιού και πήρα το πεζοδρόμιο δεξιά. Βγήκα σε έναν μεγάλο δρόμο στολισμένο δεξιά και αριστερά με τα κακόφημα καμπαρέ των Αθηνών. Η έμμονη σκέψη της αυτοκτονίας είχε φωλιάσει μέσα μου. Προχωρούσα κοιτάζοντας δίπλα μου βιτρίνες και μέσα σ΄ αυτές φωτογραφίες ημίγυμνων, χαμογελαστών, γυναικών. Στα αυτιά μου έρχονταν ήχοι πολλών οργάνων που έβγαιναν απ’ το βάθος των μαγαζιών. Σταμάτησα σε μία απ’ τις βιτρίνες χαζεύοντας μια από τις πολλές καλλονές που μου χαμογελούσε μέσα από μία φωτογραφία. Ίσως και να ήθελε κάτι να μου πει.
Δίχως να καταλάβω τίποτα βρέθηκε δίπλα μου μια κυρία η οποία τρικλίζοντας έπεσε πάνω μου. Ξαφνιάστηκα, την συγκράτησα για να μη πέσει. Με φωνή τρεμάμενη από το κρύο και τη ζάλη του ποτού μου είπε
- «….με συγχωρείτε»
Έβγαλε από την τσάντα της ένα κλειδί αυτοκινήτου και μου έδειξε ένα μαύρο, επιβλητικής μάρκας, αυτοκίνητο που βρισκόταν παρκαρισμένο στο απέναντι πεζοδρόμιο. Κατάλαβα πως ήθελε να την πάω στο αμάξι της. Με έπιασε από το μπράτσο, αφήνοντας όλο το βάρος της να πέσει πάνω μου. Με όλες τις δυνάμεις μου την πήγα δίπλα στο αμάξι και ανοίγοντας την πόρτα του οδηγού την έβαλα να καθίσει ενώ το χέρι της κρατούσε σφιχτά το σακάκι μου για να μην φύγω. Με μερικές κινήσεις μεταφέρθηκε στο κάθισμα του συνοδηγού καθώς εγώ την κοιτούσα απορημένος. Με ένα νεύμα με κάλεσε να καθίσω στη θέση του οδηγού. Μπήκα και έκλεισα την πόρτα του αυτοκινήτου. Γύρισα το βλέμμα μου και την είδα να μου απλώνει το αριστερό της χέρι. Ανάμεσα στα δάχτυλά της διέκρινα ένα λευκό κομμάτι χαρτί. Το πήρα και γυρίζοντας προς το φως, διάβασα «Αντωνίου Στέλλα, Λόρδου Βύρωνος 10».
Πάγωσα. Η εμμονή της αυτοκτονίας με εγκατέλειψε. Για αυτήν την, έστω, μοναδική στιγμή, η ύπαρξη μου είχε ένα νόημα.
Κοίταξα μπροστά τον δρόμο και σκέφτηκα
"δεν γίνεται να δώσω τέλος στη ζωή μου, αυτή η γυναίκα με χρειάζεται"

ΕΚΤΗ ΑΙΣΘΗΣΗ

Κοίτα πως τρέχει ένα δάκρυ
Δεν είναι δύσκολο λοιπόν

Να φυλακίζει η αγάπη
Και στο κελί να ΄σαι παρόν

Άκου πως παίζει η κιθάρα
Τις μελωδίες των καημών

Και της καρδιάς σου η λαχτάρα
Να ΄ναι ερωμένη των λυγμών

Νοιώσε την κάθε σου στιγμή και μην λυπάσαι
Που θα ΄ρθει κρύο δειλινό και μόνη θα ΄σαι
Το τελευταίο σ΄ αγαπώ μην το ξεχάσεις
Πολλά σου έδωσε μα τώρα θα τα χάσεις

Γεύσου το τέλος της αγάπης
Και άκουσε για το παρόν

Πικραίνεσαι για να τη μάθεις
Κουράζεσαι απ΄ το παρελθόν

Μύρισε άνοιξης αέρα
Βάλτον στα στήθη σου βαθιά

Κι αν σ΄ έχει κάνει αγάπη πέρα
Κάνε συντρόφους σου πουλιά

Νοιώσε την κάθε σου στιγμή και μην λυπάσαι
Που θα ΄ρθει κρύο δειλινό και μόνη θα ΄σαι
Το τελευταίο σ΄ αγαπώ μην το ξεχάσεις
Πολλά σου έδωσε μα τώρα θα τα χάσεις

ΚΟΠΕΛΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΤΩΝ

Κοπέλα είκοσι ετών
Και όλα της χαμένα
Τα ρούχα ξένα πάνω της
Τα χείλη ξεβαμμένα

Κοπέλα είκοσι ετών
Με μελανιές στα μπράτσα
ποικίλων υπηρεσιών
Και όνομα στην πιάτσα

Πατέρας άγνωστος, απών
Και λίπασμα η μάνα
Κοπέλα είκοσι ετών
Επάγγελμα : Πουτάνα

Κοπέλα είκοσι ετών
Αγκυλωμένο σώμα
Αντίτιμο αφεντικών
Με τη ψυχή σε κώμα

Κοπέλα είκοσι ετών
Μαρμαρωμένα μάτια
Αμέτρητων περαστικών
Παρέα στα κρεβάτια

Πατέρας άγνωστος, απών
Και λίπασμα η μάνα
Κοπέλα είκοσι ετών
Επάγγελμα : Πουτάνα

Ο μετρονόμος

Πίνω καθημερινά καφέ, αλλά χωρίς καφεΐνη.
Καπνίζω, πάντα, ψεύτικο τσιγάρο.
Μ’ αρέσει να πίνω, αλλά ποτέ αλκοόλ.
Είμαι πάντα ευγενικός, έστω κι αν δεν το νοιώθω πάντα ρε παιδί μου.
Νευριάζω, αλλά δεν το δείχνω.
Οδηγάω, αλλά μόνο αν είναι απαραίτητο.
Παίρνω πολύ καλά λεφτά, αλλά δεν τα τρώω.
Βγαίνω έξω, αλλά ποτέ ως αργά.
Ψωνίζω, όχι όμως είδη πολυτέλειας.
Ερωτεύομαι αλλά προσέχω, μην χάσω και τα λογικά μου.
Γελάω με μέτρο, μην με πουν κι ελαφρόμυαλο.
Εκπλήσσομαι, αλλά το κρύβω ρε παιδί μου.
Φοβάμαι, πάντα όμως το παίζω άνετος.
Κλαίω, αλλά ποτέ κανείς δεν με είδε.
Έχω μυστικά και θα τα πάρω μαζί μου.
Κάνω έρωτα αλλά εντάξει, όχι τίποτα διαφορετικό.
Πάω στη θάλασσα, αλλά δε μ΄ αρέσει να κολυμπάω.
Μ’ αρέσει να γράφω ελεύθερη ποίηση, αλλά προσέχω και τι λέω.
Μ΄ αρέσουν οι γυναίκες, μόνο οι μελαχρινές όμως.


Σήμερα το πρωί ένας φίλος με κέρασε καφέ.

Έκανε όμως ένα λάθος…

…ο καφές …είχε καφεΐνη.

…ήταν!!! Ο ωραιότερος της ζωής μου!!!

Κι ύστερα κατάλαβα πως…

60 χρόνια τώρα, δεν έπινα καφέ!

…60 χρόνια τώρα, όλη η ζωή μου ήταν …ένας καφές χωρίς καφεΐνη.

…σαν να λέμε…

…έρωτας, χωρίς ηδονή.

Η γάτα σκούζει

Τέταρτη νύχτα σήμερα
κι γάτα σκούζει
σαν να σκέφτηκα
πως μ' ενοχλεί....


Ντράπηκα που το σκέφτηκα.
Μετά είπα "τι να θέλει άραγε;"...
...σκέφτηκα "γαμπρό να ψάχνει;"
Μπα! Δε νομίζω.
Θα 'χε βρει ως τώρα.
"Τι άραγε να θέλει;" ...αναρωτιέμαι.
Σκέφτομαι, τι μπορεί να θέλει ρε γαμώτο!
Να τη βοηθήσω, εγώ τα αγαπώ τα ζώα
Γι’ αυτό άλλωστε προσπαθώ να υπομένω τους ανθρώπους.
…….

Πόσο ακόμα βαστά να σκούζει αυτή η γάτα;
Πόσοι άραγε να τη καταριούνται;
…ε μα…! Ενοχλεί βρε παιδί μου!
Σε ταράζει!
Δεν βλέπεις ήρεμος τον γυάλινο Μαμωνά.



Μάλλον ο Μεγάλος την έστειλε
να σκούζει συνέχεια
να σκούζει να ακούμε
να ακούμε γιατί
στα κλουβάκια πολυτελείας
ξεχάσαμε πως σκούζουν κι άνθρωποι
μα… που να ακούσουμε κραυγές εμείς
διπλά τοιχία
και μικρόκοσμος χλιδάτης σκλαβιάς.
Εν πάσει περιπτώσει,
έβαλα τον χρονοδιακόπτη
να κλείσει το Μαμωνά σε 30 λεπτά
και σκεπάστηκα.
Κι η γάτα σκούζει.
…δε βαριέσαι γάτα είναι, θα τη βρει τη λύση.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΗ

Κοινωνία ακοινώνητη
Πάντα στέκεσαι ακλόνητη

Στα μικρά και στα μεγάλα μας
Κλέβεις πάντοτε την μπάλα μας

Κοινωνία αλητόβια
Εθισμένη στα «μικρόβια»

Στα πολλά, μα και στα λίγα μας
Βγάζεις ξύγκι απ’ τη μύγα μας

Κοινωνία μ’ αστερόεσσες
Φέρνεις λίγο με στρατό Ες Ες
Κοινωνία (α)νταγωνίσιμη
Κι από φτώχεια (α)ναγνωρίσιμη
Κοινωνία σε λοιδόρησα
Και τη χλεύη σου στη δώρισα

Κοινωνία ανισότητας
Και φαινόμενης ισότητας

Κοινωνία (α)υτοκρατόρισσα
Καιροσκόπων τσιλιαδόρισα

Κοινωνία πολυτέλειας
Δουλικών και υποτέλειας

Κοινωνία ακοινώνητη
Στην κατάντια αλησμόνητη

Κοινωνία μ’ αστερόεσσες
Φέρνεις λίγο με στρατό Ες Ες
Κοινωνία (α)νταγωνίσιμη
Κι από φτώχεια (α)ναγνωρίσιμη
Κοινωνία σε λοιδόρησα
Και τη χλεύη σου στη δώρισα

ΧΩΡΩΔΙΑ, Ωδή εις τη χώρα

Παροξύτονο Ιαμβικό δεκατρισύλλαβο. Μορφή : δίστιχα

Σε μια χώρα με δυο Νόμπελ ποιός τα ξέρει ;
Δολοφονούν τη μουσική γιατί συμφέρει

Σ’ αυτή τη χώρα του Σεφέρη του Ελύτη
Η τηλεόραση πουλά τον κάθε αλήτη

Σε έναν τόπο που γεννά τον Χατζιδάκι
Ψάχνεις το Στέλιο, Σωτηρία και τον Άκη

Είναι η χώρα που ΄χει προίκα απ’ τον Μίκη
Και γι’ αρπαχτές πηγαίνουν όλοι Σαλονίκη

Ευδοκία και Σεβάχ πόσα θυμίζουν
Και του Ξαρχάκου τα λουλούδια δεν ανθίζουν
Πού ΄σαι κυρ’ Νίκο γιά να δεις τι τραγουδάμε
Είμαστε πλήρεις ημερών και το γλεντάμε

Γεμάτη χώρα ιστορίες μα και μύθους
Και με εκπτώσεις αξιών αλλά και ήθους

Με ένα Όσκαρ που μας έφερ’ η Κατίνα
Κι εμείς να έχουμε σκυλάδικα βιτρίνα

Στην εξορία να κρατάμε τον Ρασούλη
Κι οι τριακόσιοι να μας πίνουν το μεδούλι

Το Καζαντζάκη τα παιδιά αν λησμονήσουν
Τότε αξίζει όλους να μας αφορίσουν

Ευδοκία και Σεβάχ πόσα θυμίζουν
Και του Ξαρχάκου τα λουλούδια δεν ανθίζουν
Πού ΄σαι κυρ’ Νίκο γιά να δεις τι τραγουδάμε
Είμαστε πλήρεις ημερών και το γλεντάμε

Μια Γάζα γεμάτη αίμα

Άνθρωπος,
Ζώο καταναλωτικό,
Ενίοτε υπερβολικά καταναλωτικό

Άνθρωπος,
Ζώο εγωκεντρικό,
Ενίοτε υπερβολικά εγωκεντρικό

Άνθρωπος,
Ζώο φιλάργυρο,
Πάντα υπερβολικά φιλάργυρο

Άνθρωπος,
Ζώο φιλήδονο,
Σχεδόν πάντα υπερβολικά φιλήδονο

Άνθρωπος,
Ζώο φιλάρεσκο,
Εγωκεντρικά φιλάρεσκο

Άνθρωπος,
Ζώο φιλόδοξο,
Φιλήδονα φιλόδοξο

Άνθρωπος,
Ζώο μνησίκακο,
Φιλάρεσκα μνησίκακο

Άνθρωπος,
Ζώο χαιρέκακο,
Κακεντρεχώς χαιρέκακο

Άνθρωπος,
Ζώο αχόρταγο,
Ακόρεστα αχόρταγο

Άνθρωπος,
Ζώο λογικό,
καταστροφικά λογικό

Άνθρωπος,
Ζώο ενστικτώδες,
Ενστικτωδώς ζωώδες

Άνθρωπος,
Ζώο αμετροεπές,
υπεροπτικά αμετροεπές

Άνθρωπος,
Ζώο υπεροπτικό,
αλαζονικά υπεροπτικό

Άνθρωπος,
Ζώο αλαζονικό,
Αναιδώς αλαζονικό

Άνθρωπος,
Ζώο ορθόδοξο,
Καθολικά αθεόφοβο

Άνθρωπος,
Ζώο καθολικό,
Ανορθόδοξα άναρχο

Άνθρωπος,
Ζώο δουλικό,
Αμειβόμενα δουλικό

Άνθρωπος,
Ζώο υποτακτικό,
Δουλικά υποτακτικό

Άνθρωπος,
Ζώο ανεξάρτητο,
Ανεξαρτήτως χειραγώγησης

Άνθρωπος,
Ζώο αδέσμευτο,
Δεσμευτικά εγωπαθές

Άνθρωπος,
Ζώο άπληστο,
Άπληστα ματαιόδοξο

Άνθρωπος,
Ζώο υπερβολικό,
Υπερβολικά ζώο

Μια φορά άνθρωπος,
Για πάντα τέρας.

ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΑΡΓΥΡΙΑ

Κι εκεί που όλοι περιμένουνε γιορτές
Σ΄ εμένα ήρθανε επίσκεψη οι σιωπές
Σαν τυραννία

Σαν τα πουλιά μου κελαηδούνε στο μπαλκόνι
Για μια αγάπη που ‘χει μείνει πλέον μόνη
Βουβή ταινία


Μου είχες πει με αγαπάς και με θυμήθηκες
Μα πριν την έκτη πρωινή, τρις με αρνήθηκες
Σε ένα δείπνο είχες πει, με αγαπούσες
Μα στην καρδιά, τριάντα αργύρια κρατούσες


Εγώ θα νοιώσω το σταυρό κι εσύ αγχόνη
Εμένα τύλιξες με κόκκινο σεντόνι
Την απληστία

Για τις συνέπειες μετά αν είχες γνώση
Ποτέ δεν θα ‘χες σε αργύρια ενδώσει
Ψυχής πενία


Μου είχες πει με αγαπάς και με θυμήθηκες
Μα πριν την έκτη πρωινή, τρις με αρνήθηκες
Σε ένα δείπνο είχες πει, με αγαπούσες
Μα στην καρδιά, τριάντα αργύρια κρατούσες

ΣΑΝ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ

Εγώ για σένα πίστεψα
πως είσαι ο άνθρωπός μου

Και τη ψυχή μου πούλαγα
όταν σε είχα μπρος μου

Τα πάντα όμως στη ζωή
δεύτερη έχουν όψη

Και η δική σου μάτια μου
μαχαίρι να με κόψει

Είναι σαν δύο λέξεις,
τα μάτια σου σαν με κοιτούν
μοιάζουν με δύο λέξεις
Που εύκολα θα ειπωθούν,
μα πώς να τις αντέξεις

Έκανες πως το ένοιωθες
μα όλα ένα ψέμα

Την προδοσία αν βαστώ
δικό μου είναι θέμα

Υπόσχεση της λησμονιάς
απόψε θα σου δώσω

Και τη καρδιά μου σφράγισα
άλλο μη τη πληγώσω

Εεεεεεε! Ποιητή!

-Εεεεεεε! Στιχουργέ!
Εσύ ο έκπτωτος που θέλεις να ποιήσεις
Τη λέξη ποίηση στο στόμα σου μη βάλεις
Τα ιταμά σου τα στιχάκια να μαζέψεις!
Για να μη γίνουμε από δυό στροφές στιχάκια!

-Εεεεεεε! Ποιητή!
Που θρέφεις φόβους, μην η ρίμα σε μολύνει
Και κάθε στίχο σου τον σβήνεις και τον κρύβεις
Ο διπλανός σου ποιητής να μην τον κρίνει
Γιατί είσαι τέτοιος και τα χέρια σου τα νίβεις

-Εεεεεεε! Στιχουργέ!
Γελά ο κόσμος με τους στίχους σου στα πέριξ
Σε λένε μέγα στιχουργό και σε γελάνε
Λένε τη ποίηση πως δεν μπορείς ν’ αγγίξεις
Κι ότι αρκείσαι μοναχά σε κάνα στίχο

-Εεεεεεε! Ποιητή!
Κρύψε τους στίχους σου μη γίνεις σαν εμένα
Και το συνάφι σου σε ρίξει στα χαμένα
Τη σταυρωτή και την πλεχτή να μη τους δείξεις
Μη σε γελάνε και κρατάνε κι αποδείξεις

-Εεεεεεε! Στιχουργέ!
Ποιος είπε ποίηση οι στίχοι σου πως είναι
Ότι θα γίνεις σαν εμάς με παιχνιδάκια
Και κάθε στίχο σου θα στέψουμε με δάφνες
Κρατήσου πίσω, συ δεν είσαι για μεγάλα

-Εεεεεε! Ποιητή!
Στίχοι και ποίηση δυό κύκλοι, μ’ ένα κέντρο
Περιεχόμενος οι στίχοι, κι αντιστοίχως
Καρπούς παράγουνε κοινούς σαν ένα δέντρο
Δίχως φοβίες ποιητών και μίση δίχως

-Εεεεεεε! Στιχουργέ!
Η ιστορία σου δεν πρόκειται να γράψει
Είσαι φτηνός μα και ρηχός για να σ’ αντέξει
Γιατί δεν έχεις περισπούδαστο το ύφος
Μείνε απέξω με τις ρίμες συντροφιά σου

-Εεεεεεε! Ποιητή!
Μάθε λοιπόν και για την ποίηση και στίχους
Για την καρδιά σου μοναχά ότι τα γράφεις
Σ’ ομοιοτέλευτα πολλούς να χτίζεις τοίχους
Και με του φόβου σου το χρώμα να τους βάφεις

ΜΆΝΑ

Μάνα μου, μάνα μου
Πως μπορείς και φτερουγίζεις;

Μάνα μου, μάνα μου
Που πονάς και δεν δακρύζεις

Μάνα μου, μάνα μου
Που το μάγουλο γυρίζεις

Μάνα μου, μάνα μου
Δε ζητάς μόνο χαρίζεις

Άσε ένα δάκρυ απ’ τα μάτια σου να πιω
Άσε με να σβήσω απ’ το βλέμμα σου τη λύπη
Μέσα στη ζεστή την αγκαλιά σου να ριχτώ
Δίπλα σου να είμαι η αγάπη μη σου λείπει

Μάνα μου, μάνα μου
Αγκωνάρι και στηρίζεις

Μάνα μου, μάνα μου
Που τη στέρηση λυγίζεις

Μάνα μου, μάνα μου
Που το «όχι» δεν γνωρίζεις

Μάνα μου, μάνα μου
Χελιδόνι κι όλο χτίζεις

Άσε ένα δάκρυ απ’ τα μάτια σου να πιω
Άσε με να σβήσω απ’ το βλέμμα σου τη λύπη
Μέσα στη ζεστή την αγκαλιά σου να ριχτώ
Δίπλα σου να είμαι η αγάπη μη σου λείπει

6-14

Καταστρεφόμαστε
Κι εσύ ρωτάς ρητορικά «ρε δε χεζόμαστε;»

Αφηνιάσαμε
Αρχιμανδρίτη τα αρχίδια εμείς πιάσαμε

Ξεσηκωθήκαμε
Σκάλωσε πόρτα στο γιακά και ξηλωθήκαμε

Ερωτευτήκαμε
Είχαμε θέα από ψηλά κι έτσι χεστήκαμε

Υπερψηφίσαμε
Σπρώξαμε λίγο τον κουβά, το γάλα χύσαμε

Βρωμολογίσαμε
«βρε δε μας χέζεις ρε Νταλάρα;», ψιθυρίσαμε

Εξουσιάσαμε
Και τα αρχίδια του παπά ξανά τα πιάσαμε

Αντισταθήκαμε
Κι όμως στα τέσσερα ξανά εμείς σταθήκαμε

Ελευθερώσαμε
Κι όμως το δάχτυλο σε μας, εμείς το χώσαμε

Υποταχθήκαμε
Για μια θέση στο δημόσιο σφαχτήκαμε

Συνευρεθήκαμε
Κι όταν ξημέρωσε δυο ξένοι που χαθήκαμε

Ασφαλιστήκαμε
Πρώτα ψηφίσαμε σκατά, μετά κλαφτήκαμε

Καλλωπιστήκαμε
Με Ουκρανίδα δύο μέτρα εμείς κλεφτήκαμε

Περιφρονήσαμε
Σε ξένους κάθε μας δικαίωμα αφήσαμε

Αδιαφορήσαμε
Κι όταν μας πήραν τα βρακιά μας, απορήσαμε

Αντιμιλήσαμε
«Ξέρεις ποιος είμαι ρε εγώ;», όλους ρωτήσαμε

Το ξενυχτήσαμε
Και τη τζιπάρα, πρώτη μούρη, την αφήσαμε

Ταπεινωθήκαμε
Ούτε λουλούδι στα μπουζούκια δε δεχτήκαμε

Αγανακτήσαμε
Που μία τσάντα του Vuitton δεν αποκτήσαμε

Απολαμβάναμε
Το φακελάκι του φτωχού όταν λαμβάναμε

Χρήμα σκορπίσαμε
Και το μοδάτο γκομενάκι το γαμήσαμε

Ξερολογίσαμε
Όλα τα φώτα μας απλόχερα χαρίσαμε

Κοκορευτήκαμε
Που με το δάνειο τα ξένα επισκεφτήκαμε

Σαν αρρωστήσαμε
Τότε Θεό αλλά και φίλους απαιτήσαμε

Ωχαδερφίσαμε
Όλα τα μείζονα, ελάσσονα τα χρίσαμε

Σοβαρευτήκαμε
Σβήσαν τα φώτα
κι έτσι πάλι κοιμηθήκαμε

ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΣΟΥ

Φίλος μου έγινε ο καπνός
και συντροφιά μου ο πόνος

Παρέα το ποτήρι μου
τις νύχτες που ‘μαι μόνος

Κερνώ τις αναμνήσεις μου
οινόπνευμα τα βράδια

Παγιδευμένα όνειρα
στ’ απατηλά σου χάδια

Ο αέρας μου φέρνει
ξανά τ’ άρωμά σου
Το ποτήρι μου λέει
συνεχώς «στην υγειά σου»
Τη μορφή σου να έρθει
ξανά περιμένω
Μοιάζω να ‘μια γυαλί
μα βαθιά ραγισμένο

Πως ν’ αρνηθώ τα μάτια σου
τον πόνο πως ν’ αντέξω;

Παγώνω μες το σπίτι μου
κι ας έχει ήλιο έξω

Έφυγες κι άνοιξες πληγές
βαθιά μες την ψυχή μου

Κι όσο ζητάω να χαθείς
μπαίνεις στην προσευχή μου

Ο αέρας μου φέρνει
ξανά τ’ άρωμά σου
Το ποτήρι μου λέει
συνεχώς «στην υγειά σου»
Τη μορφή σου να έρθει
ξανά περιμένω
Μοιάζω να ‘μια γυαλί
μα βαθιά ραγισμένο

Σ’ ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΣΥΓΓΝΩΜΗ

Εγωισμός κι όλου του κόσμου η ουσία
Μπόλικο χρήμα η ζωή μας να κυλά

Η ανθρωπιά να καταγράφει απουσία
Και η συνείδηση να πέφτει χαμηλά

Λέξεις κι αισθήματα με τόση δυσκολία
Κι όλοι οι άνθρωποι μυρίζουνε λεφτά

Υπηρεσίες μαμωνά για εσοδεία
Υπηρεσίες πού ΄χουν μάνα τη σκλαβιά

Της ζωής τις αξίες δε τις μάθαμε ακόμη
Δε πουλιούνται με χρήμα δε τις γράφουνε νόμοι
Λίγα φτάνουνε μόνο για ν’ ανοίξουν οι δρόμοι
Τραγουδήστε δυο λέξεις: "Σ’ αγαπώ" και "Συγγνώμη"

Δύο θεοί να πολεμούνε άλλο κρίμα
Ένας επάνω κι ένας κάτω χαμηλά

Κάθε ανάσα ένα τάμα για το χρήμα
Κάθε αξία στο κενό να ακουμπά

Άνθρωποι τρέχουνε να κόψουνε το νήμα
Και όλοι θέλουνε να έχουνε πολλά

Στρατιωτάκια με περίτεχνο το βήμα
Υποταγμένα πορτοφόλια στη σειρά

Της ζωής τις αξίες δε τις μάθαμε ακόμη
Δε πουλιούνται με χρήμα δε τις γράφουνε νόμοι
Λίγα φτάνουνε μόνο για ν’ ανοίξουν οι δρόμοι
Τραγουδήστε δυο λέξεις: "Σ’ αγαπώ" και "Συγγνώμη"

Β Ο Ρ Ι Α Σ

Φθινόπωρο ήρθε νωρίς
με λύγισε το κρύο

Τα φύλλα όλα της ψυχής
πέφτουνε σαν αντίο

Έμειναν άδεια τα κλαδιά
στο φύσημα τ’ ανέμου

Και μου θυμίζουν μια καρδιά
που σου ‘λεγε ``Θεέ μου``


Φύσα βοριά
να σου χρεώσω αυτό το δάκρυ
Τώρα που τρέμω
στου πλατύσκαλου την άκρη
Φύσα στα αυτιά μου
να σ’ ακούω συνεχώς
Η περηφάνια μου ρωτά
¨γιατί¨ και ¨πως¨



Το καλοκαίρι μακριά
μαζί με χελιδόνια

Κι από Σεπτέμβρη παγωνιά
για μένα μόνο χιόνια

Είν’ ο χειμώνας μου βαρύς
γοργά θα σκοτεινιάζει

Ο δρόμος μου είναι μακρύς
δε ξέρω που με βγάζει


Φύσα βοριά
να σου χρεώσω αυτό το δάκρυ
Τώρα που τρέμω
στου πλατύσκαλου την άκρη
Φύσα στα αυτιά μου
να σ’ ακούω συνεχώς
Η περηφάνια μου ρωτά
¨γιατί¨ και ¨πως¨

ΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ

Πες μου το "ναι"
Πες μου το "ναι"
Και θα κοιμάσαι
Πάνω σε καπιτονέ

Κι αν θες πολλά
Κι αν θες πολλά
Θα σ΄ αγοράσω
να ‘χεις τόπια και ρολά

Πες μου το "ναι"
Πες μου το "ναι"
Και τα σεντόνια σου
θα είναι εμπριμέ

Κι αν θες πολλά
Κι αν θες πολλά
Θα σ΄ αγοράσω
να ‘χεις δύο φορτηγά


Πες μου το "ναι"
Πες μου το "ναι"
Να παραγγείλω
τα σεντόνια απ’ τον Γκοτιέ

Κι αν πεις «αλλά»
Κι αν πεις «αλλά»
Θα σου τα σκίσω
κι ας κοστίζουν ακριβά


Πες μου το "ναι"
Πες μου το "ναι"
Κι όλη η προίκα σου
θα είναι με λαμέ

Κι αν θες πολλά
Κι αν θες πολλά
Να παραγγείλω
άλλα δύο φορτηγά

Πες μου το ναι
Πες μου το ναι
Και κατωσέντονο
θα έχεις αμπιγιέ

Κι αν θες πολλά
Κι αν θες πολλά
Θα παραγγείλω
και ας είναι ακριβά


Κι αν πεις «μεν δεν»
Κι αν πεις «μεν δεν»
Θα αγοράσω
και μετάξια και σατέν

Θα ‘ναι καλά
Θα ‘ναι κομψά
Καμιά σου φίλη
δε θα πει «κομσί κομσά»

ΠΑΡΟΙΜΙΏΔΗΣ ΑΛΉΘΕΙΑ

Αλήθεια δίχως ψέματα φαΐ χωρίς αλάτι.
Τα έβγαλες τα μάτια σου απ΄ το πολύ γινάτι

Τους Δαναούς φοβόμουνα και του χωριού τα δώρα
Τη ζήλια μου την έπνιγα να μη τη πούνε ψώρα

Είχες συνήθεια βαριά είχες δευτέρα φύση
Πόδια το ψέμα είχε κοντά κι άντε να περπατήσει


Από μικρό κι από τρελό έμαθα την αλήθεια
κι από εσένα αγάπη μου μονάχα παραμύθια
Αλήθεια έστω και κουτσή τη κορυφή τη φτάνει
Μισή αλήθεια μάτια μου ίση με ψέμα κάνει


Σα λάδι μέσα στο νερό ανέβηκε η αλήθεια
Είναι ο μύλος σου καλός κι αλέθει από συνήθεια

Έκλαιγαν χήρες στο χωριό κι εσύ μαζί τους κλάμα
Και ψάχνω κι άλλον κερατά να περπατούμε αντάμα

Στο ψέμα έχτισες φωλιά και θα σου γείρει κλώνος
Κι όταν θα φύγει το πουλί θα μείνει μόνο πόνος

Από μικρό κι από τρελό έμαθα την αλήθεια
κι από εσένα αγάπη μου μονάχα παραμύθια
Αλήθεια έστω και κουτσή τη κορυφή τη φτάνει
Μισή αλήθεια μάτια μου ίση με ψέμα κάνει

ΑΠΛΗΣΤΟΙ

Πήρανε άπληστοι τη τύχη μας
στα χέρια τους

Συμπεριφέρονται σα λύκοι
στα λημέρια τους

Ήρθαν και είπαν πως πονάν
να μας γλιτώσουν

Μ’ εμάς τη δόξα τους
ζητούν να ξεχρεώσουν

Βρε αϊ στο διάλο
Θα τους το πω
και ας μου πεις πως υπερβάλλω

Βρε αϊ στο διάλο
Πάνω στη μοίρα μου
νταβάδες δε θα βάλω

Βρε αϊ στο διάλο
Γιατί θ’ αρχίσω
και για μένα ν’ αμφιβάλλω

Ήρθανε κάτι χθεσινοί
ωσάν μεσσίες

Που μας το παίζουν λαϊκοί
κι αισθηματίες

Ήρθαν τομάρια που
γυρνάνε σε σαλόνια

Για να μας πείσουν
πως αξίζουν παντελόνια

Βρε αϊ στο διάλο
Θα τους το πω
και ας μου πεις πως υπερβάλλω

Βρε αϊ στο διάλο
Πάνω στη μοίρα μου
νταβάδες δε θα βάλω

Βρε αϊ στο διάλο
Γιατί θ’ αρχίσω
και για μένα ν’ αμφιβάλλω

ΠΑΝΑΓΙΆ

Μουσκεμένα τα πόδια
ιδρωμένο κορμί

Ξαναβγήκαν τα ρόδια
και ασπρίζει η γη

Σηκωμένα μπατζάκια
και παλάμες χαρτί

Και χαρά (α)πό παιδάκια
που γυρνούν στην αυλή

Προσεύχομαι γλυκιά μου Παναγιά
Απλόχερα να δίνεις τη χαρά
Εσύ Αειπάρθενε και Πλατυτέρα
εσύ αγάπη μου Θεού Μητέρα

Μες τη σκέψη θαμώνες
του ονείρου καημοί

Χίλιες δύο εικόνες
για μια νέα ζωή

Γολγοθά κάθε δάκρυ
Παναγίας ευχή

Όλοι (οι) πόνοι στην άκρη
Κι η χαρά λυκαυγή

Προσεύχομαι γλυκιά μου Παναγιά
Απλόχερα να δίνεις τη χαρά
Εσύ Αειπάρθενε και Πλατυτέρα
εσύ αγάπη μου Θεού Μητέρα

ΣΤΕΡΝΉ ΜΟΥ ΓΝΏΣΗ

Με βαρέθηκε η σκιά μου
κάθε βράδυ ξαπλωτός

Μάλωσα με την υγειά μου
της χημείας κιβωτός

Μόνος φίλος η απάτη
των ονείρων των πλαστών

Δόλια μάνα με κομμάτι
δύο τετραγωνικών

Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα
θα είχα πάρει μια άλλη ρότα
Στερνή μου γνώση γνωρίζω ποιος
του Ύπνου θα ‘ρθει ο αδερφός


Αγνοούμενος ο χρόνος
και δρόμος σκοτεινός

Στο τιμόνι μου ο πόνος
και στο βάθος ο γκρεμός

Όνειρα αναθρεμμένα
από άκαρπη σοδειά

Για τους άλλους ξεχασμένα
για τη μάνα μαχαιριά


Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα
θα είχα πάρει μια άλλη ρότα
Στερνή μου γνώση γνωρίζω ποιος
του Ύπνου θα ‘ρθει ο αδερφός

ΘΎΜΗΣΗ

Πάλι το στόρι κατεβασμένο
Και τα τσιγάρα μου ένα σωρό

Ένα δωμάτιο κιτρινισμένο
Κι άλλο ν΄ αντέξω δε το μπορώ

Σκόνη και άρωμα ρυτιδιασμένο
Και η κατάντια μου για συντροφιά

Όλο το είναι μου αλαφιασμένο
Να με ρωτάει που είσαι πια


Θύμηση κι όνειρο κρυφό μου, που χωλαίνει
Και μία θάλασσα χρυσό για να σε δω
Έναν γαλάζιο ουρανό ν΄ αργοπεθαίνει
Κι εγώ στα μάτια σου να ψάχνω λυτρωμό


Πάλι το όνειρο ξεθωριασμένο
Και το σκοτάδι μου σαν ουρλιαχτό

Γελώ για πρόφαση πως δε προσμένω
Μα στη συνείδηση τ΄ ομολογώ

Μέσα στο σπίτι μου χίλιες εικόνες
Ψάχνω στο ασπρόμαυρο για να σε βρω

Μέσα στη σκέψη μου φτιάξαν κοιτώνες
Όλα τα λόγια που θέλω να πω


Θύμηση κι όνειρο κρυφό μου, που χωλαίνει
Και μία θάλασσα χρυσό για να σε δω
Έναν γαλάζιο ουρανό ν΄ αργοπεθαίνει
Κι εγώ στα μάτια σου να ψάχνω λυτρωμό

ΤΟΣΑ ΒΡΆΔΙΑ ΜΌΝΗ

Τόσα βράδια μόνη
τόση σκοτεινιά
δρόμοι μες το χιόνι

Τόσες νύχτες πόνοι
δάκρυ στη καρδιά
σάρκα που κρυώνει

Γρήγορα νυχτώνει
τόση συννεφιά
κι έρωτας που λιώνει


Τόσες μέρες γυρνάς
και κανένας δε νοιάζεται
Σιωπηλά αγαπάς
έναν άντρα που βιάζεται
Τη φωνή σου ακούν
τα κρυφά μονοπάτια σου
Τη ζωή σου ζητούν
απ’ τα άδεια τα μάτια σου


Φόρεμα κρυμμένο
δώρο που πονά
έρωτα λουσμένο

Ρούχο σκονισμένο
μοιάζει η καρδιά
νύχτα φορεμένο

Έρωτα σημάδι
κάπου στο λαιμό
κάποτε από χάδι


Τόσες μέρες γυρνάς
και κανένας δε νοιάζεται
Σιωπηλά αγαπάς
έναν άντρα που βιάζεται
Τη φωνή σου ακούν
τα κρυφά μονοπάτια σου
Τη ζωή σου ζητούν
απ’ τα άδεια τα μάτια σου

ΑΓΑΠΗΣ ΤΑΞΊΔΙ

Μια αγάπη πλέει στ΄ ανοιχτά
και πως να τη γυρίσω

Θάλασσα κύμα και στεριά
πρέπει να τα νικήσω

Μια αγάπη πλέει στ΄ ανοιχτά
και δεν κοιτάζει πίσω

Κι οι μοίρες μ’ έδεσαν σφιχτά
τίποτα να μη σβήσω


Στα χνάρια σου βαδίζω διαρκώς
ήμουν λιμάνι όχι όμως και σταθμός
Σ’ αγάπησα λες κι ήσουνα Θεός
ήμουν ταξίδι όχι και προορισμός


Μια αγάπη έφυγε μακριά
άνοιξε τα πανιά της

Μα τα νερά είναι βαθιά
κι ο κίνδυνος κοντά της

Μια αγάπη έχασα λοιπόν
την πήραν οι ανέμοι

Φοβάμαι τώρα που ‘μαι απών
μόνη της μήπως τρέμει


Στα χνάρια σου βαδίζω διαρκώς
ήμουν λιμάνι όχι όμως και σταθμός
Σ’ αγάπησα λες κι ήσουνα Θεός
ήμουν ταξίδι όχι και προορισμός

ΠΟΝΩ

Ένα τσιγάρο άναψα
χαράματα

Και μέσα στο καπνό του
θα σε βρω

Δικαιολογίες άκουσα με
κλάματα

Για αγάπη που δεν έχει
τελειωμό


Πονά η σκέψη σου μες το σκοτάδι
Πονά το ψεύτικο δικό σου χάδι
Πονά η θύμηση και στο χρεώνω
Πονώ που μ’ άφησες για πάντα μόνο


Και οι σιωπές τριγύρω
ψιθυρίζουνε

Πως δε θ΄ αντέξω άλλο
ούτε λεπτό

Όμως τα ψέματα σου μου
θυμίζουνε

Πως αν ξεχάσω μόνο
θα σωθώ


Πονά η σκέψη σου μες το σκοτάδι
Πονά το ψεύτικο δικό σου χάδι
Πονά η θύμηση και στο χρεώνω
Πονώ που μ’ άφησες για πάντα μόνο

Ο ΑΦΕΝΤΙΚΟΣ

Θέλεις να γίνεις πρόεδρος, τη γη να κυβερνήσεις
«κύριε» να φωνάζουνε στον κόσμο όπου βαδίσεις

Θέλεις να είσαι αφεντικό αυτής της οικουμένης
Ηγέτες και πρωθυπουργούς να λύνεις και να δένεις


Όταν θα γίνεις αρχηγός, πολέμους θα κηρύξεις
κι όταν πεθάνουν αρκετοί, τις βάνες θα ανοίξεις
Θα θυσιάσεις και παιδιά, για να κερδίσεις χρήμα
και θα κοιμάσαι στα λεφτά, όταν θα νοιώθεις κρίμα


Θέλεις να γίνεις άρχοντας και να εξουσιάσεις
κι ανθρώπους όπου χρειαστεί, πολλούς να θυσιάσεις

Κι αν αρχηγέψεις τελικά και χρήματα χορτάσεις
Στις όχθες του Αχέροντα να ξέρεις θα τα χάσεις

Όταν θα γίνεις αρχηγός, πολέμους θα κηρύξεις
κι όταν πεθάνουν αρκετοί, τις βάνες θα ανοίξεις
Θα θυσιάσεις και παιδιά, για να κερδίσεις χρήμα
και θα κοιμάσαι στα λεφτά, όταν θα νοιώθεις κρίμα

ΔΗΜΗΤΡΙΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ
ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕ ΔΗΜΗΤΡΗ,
ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΠΕ ΟΧΙ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΕΠΡΕΠΕ


Μια σταγόνα αίμα στο ταβάνι
Κι όλες οι σκέψεις σου μονογενείς

Οι ετερόφωτες χαρές σου στο σεργιάνι
Ψάχνεις τα χνάρια στο σκοτάδι της στιγμής

Σκόνη και πέπλο αμβροσίας σκοτοδίνη
Κι ένας απώτερος σκοπός χωρίς σκοπό

Ήθελες γνώση για το τέλος τι θα γίνει
Το πεπρωμένο σου αν έχει πηγαιμό


Μια βελόνα μες το αίμα
Κι εσύ να νοιώθεις σαν θεριό
Είσαι αυτοκράτορας στο ψέμα
Σύντομα στο καμπαναριό
Σαν ανταμώσεις το βαρκάρη
Μην τον αφήσεις να χαρεί
Θα σε θυμάμαι παλικάρι
Το καλοκάγαθο παιδί


Σακούλα νάιλον καθολική οδύνη
Και μια Ειλείθυια* χωρίς το τοκετό

Πώς να πιστέψεις για χαρές ότι σου δίνει
Όταν δεν έχει η χασμωδία γυρισμό

Γλυκόπικρα μες το γιαπί τα όνειρά σου
Ζητάς παρήχηση στη λέξη λυτρωμό

Και η παρήχηση στα αδιέξοδά σου
Σου δίνει θήτα και το θάνατο θολό


Μια βελόνα μες το αίμα
Κι εσύ να νοιώθεις σαν θεριό
Είσαι αυτοκράτορας στο ψέμα
Σύντομα στο καμπαναριό
Σαν ανταμώσεις το βαρκάρη
Μην τον αφήσεις να χαρεί
Θα σε θυμάμαι παλικάρι
Το καλοκάγαθο παιδί


*Ειλείθυια : Κατά τη μυθολογία θεά των οδυνών του τοκετού

Ο ΜΑΓΚΑΣ

Σηκώθηκα ένα πρωί
για τη δουλειά να πάω

Φτάνω μπροστά στο μαγαζί
λουκέτο συναντάω

Λυπάμαι επτωχεύσαμε
μου λέει τ΄ αφεντικό μου

Το δρόμο πήρα όπισθεν
χωρίς το μερτικό μου

Γυρίζω σπίτι τι να δω
με άφησε η γυναίκα

Κλέφτηκε με ένα φίλο μου
που είναι 2,10

Μου πήρε πόσα πράγματα
μου πήρε και το σκύλο

Δεν έχω για παράπονα
να πω ούτε ένα φίλο

Ξαν(α) απογοητεύτηκα
και πήρα το αμάξι

Γλιστράω στο οδόστρωμα
και πέφτω σε μια στάση

Αυτόφορο με πήγανε
και πέρασα τη μέρα

Εγγύηση κατέβαλα
για να τα βγάλω πέρα

Πήρα ταξί και γύρισα
ξανά πίσω στο σπίτι

Μα έξωση μου έκαναν
χρωστούσα ένα νοίκι


Μάγκας και πάλι
κι ας με κοιτάζουνε
οι άλλοι σαν ρεμάλι

Μάγκας και πάλι
και ας κατέληξα
να έχω μαύρο χάλι

Μάγκας και πάλι
μα για το σκύλο
δε θα πω ποτέ χαλάλι

Εκάθισα στο πάρκο
μια ανάσα για να πάρω

Τη τύχη μου την έβριζα
μήπως και τη τουμπάρω

Σηκώθηκα να φύγω και
κοιτάζω το σακάκι

Το βλέπω να ‘ναι κάπως
είχαν βάψει το παγκάκι

Στην εκκλησία πήγα
μήπως βρω καμιά βοήθεια

Και μου τη πέφτει ο παπάς
σας λέω την αλήθεια

Έφυγα πάλι τρέχοντας
για να του ξεγλυστρίσω

Κι εκείνος μου εφώναζε
«μωρό μου γύρνα πίσω»

Δυό τύποι με σταμάτησαν
και θέλαν τα λεφτά μου

Και τα στερνά μου πήρανε
τα λίγα χρήματά μου

Και στο καπάκι μια βροχή
με πιάνει που βρυχάται

Που ο βρεγμένος αν τη δει
θ΄ αρχίσει να φοβάται

Μπαίνω στο προποτζίδικο
λιγάκι να στεγνώσω

Στο τζόκερ βλέπω κέρδισα
δυό μύρια και τόσο


Μάγκας και πάλι
κι από τη πρώην
το σκυλί μου έχω πάρει

Μάγκας και πάλι
νέα γυναίκα
νέο σπίτι και Ferrari

Μάγκας και πάλι
κι από καράφλα
με φωνάζουν μακρυμάλη

-------------------------------------------------------------------
Ο ΜΟΥΡΑΤΟΣ

Γελάω φίλε δυστυχώς κι εσύ πουλάς και μούρη
Λυπάμαι που θα σου το πω μα είσαι κελεπούρι

Με χαϊλίκια και φρού φρού το παίζεις παλικάρι
Μα τέτοια μούρη που πουλάς πες μου ποιος θα την πάρει

Τσιγάρο όλο μου ζητάς κι από λεφτά ξεμένεις
Και τρέχεις στο Πανόραμα τάχα να παίξεις τένις


Με υαλικό και ρολογιά στη λεωφόρο Νίκης
Να ξεχειλίζεις γκλαμουριά πως στην ελίτ ανήκεις
Το ίδιο πράντα μου φοράς εδώ και πέντε χρόνια
Στις ελαφρόμυαλες πουλάς πως είσαι από σαλόνια


Στο κινητό όταν μιλάς πουλάς και αγοράζεις
Και με ματιές σου στα κλεφτά αν σε κοιτούν κοιτάζεις

Έβγαλες πάλι γκόμενα ξανθιά φύση και θέση
Που η Άρτα και τα Γιάννενα πάνω της έχουν πέσει

Ξέχασες όμως να της πεις ότι βιάγκρα παίρνεις
Και ότι στα τριάντα σου με τη μαμά σου μένεις


Με υαλικό και ρολογιά στη λεωφόρο Νίκης
Να ξεχειλίζεις γκλαμουριά πως στην ελίτ ανήκεις
Το ίδιο πράντα μου φοράς εδώ και πέντε χρόνια
Στις ελαφρόμυαλες πουλάς πως είσαι από σαλόνια